Το Brexit και η άλλη όψη του νομίσματος

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Η έκφραση «ευρωσκεπτικισμός» οφείλεται στον βρεταννικό Τύπο και πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, με αφορμή τις διαφωνίες της τότε πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ με τον τότε πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζακ Ντελόρ.

Η φιλελεύθερη Αγγλίδα πρωθυπουργός είχε εναντιωθεί στα σχέδια του σοσιαλδημοκράτη Γάλλου προέδρου της Επιτροπής γιατί τα θεωρούσε συγκεντρωτικά, πολυδάπανα και στερητικά της ελευθερίας ενός κράτους να επιλέξει τους θεσμούς του.

Έτσι, με αφετηρία τις αντισυγκεντρωτικές θέσεις της Μ. Θάτσερ, ο βρετανικός Τύπος άρχισε να κάνει λόγο για ευρωσκεπτικισμό –έκφραση που επιβεβαιώθηκε με την περίφημη ομιλία της Βρετανής πρωθυπουργού στο Κολλέγιο της Ευρώπης, στην βελγική πόλη Μπρυζ, στις 22 Σεπτεμβρίου 1988.

Συνοπτικά μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο ευρωσκεπτικισμός ήταν ένα αμιγώς βρεταννικό φαινόμενο στην εποχή του, χωρίς όμως ιδιαίτερο θεωρητικό περιεχόμενο, πέρα από την δημοσιογραφική υπεραπλούστευση. Εξάλλου, με αφετηρία την έκφραση αυτή, ο βρετανικός τύπος έφερε στο προσκήνιο και άλλες εκφράσεις, όπως την ευρωφοβία, τον ευρωκυνισμό, την ευρωαπαισιοδοξία κα την ευρωακινησία. Εκφράσεις με σαφέστατη συναισθηματική φόρτιση, οι οποίες χρησιμοποιούνται από τα μέσα για ιδεολογικούς κυρίως λόγους.

Έτσι, σιγά-σιγά ο ευρωσκεπτικισμός έγινε «μόδα» στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, με δεδομένη την θεσμική της αδυναμία να έχει μία συνεκτική επικοινωνιακή πολιτική που να χειραφετεί τον πολίτη, απετέλεσε το κατ’ εξοχήν εργαλείο τροφοδοσίας του λαϊκισμού, ο οποίος σήμερα διαβρώνει ό,τι υγιές υπάρχει στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Διάφοροι δε γελωτοποιοί της πολιτικής βρήκαν την ευκαιρία να αναδειχθούν συνδυάζοντας ευρωσκεπτικισμό και φόβο, που επίσης είναι ένα συναίσθημα το οποίο οδηγεί στον ανορθολογισμό και την ακρισία.

Με το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008 και την λόγω αυτής επίσπευση της ελληνικής χρεοκοπίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε σε δεινή θέση, η έξοδος από την οποία δεν θα είναι καθόλου εύκολη. Από την άλλη πλευρά, κορυφαίοι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι πλέον σοβαρά αποδυναμωμένοι πολιτικά, γεγονός που ρίχνει λάδι στην φωτιά της κρίσης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως επισημαίνει το περιοδικό The Economist, οι επιπτώσεις ενός Brexit σε βάθος χρόνου θα είναι πολύ σημαντικές για την Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο: «Το κύρος της Ένωσης συνολικά θα δεχόταν σημαντικό πλήγμα από την αποχώρηση ενός από τα μεγαλύτερα μέλη της, καθώς η Μεγάλη Βρετανία είναι ένα από τα λίγα κράτη μέλη της ΕΕ με αληθινή διπλωματική και στρατιωτική πυγμή.

Ακόμη, θα προέκυπτε αναστάτωση στην ισορροπία δυνάμεων εντός της Ένωσης, με αποτέλεσμα την όξυνση των φαινομένων γερμανικής ηγεμονίας και γαλλικής αδυναμίας. Η ΕΕ θα γινόταν πιο κλειστή, όπως φαίνεται από μία νέα έκθεση του Centre for European Reform (Κέντρο για την Μεταρρύθμιση της Ευρώπης), ενός think tank με βάση το Λονδίνο.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι η αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας θα άφηνε την Ευρώπη λιγότερο φιλελεύθερη, περισσότερο καχύποπτη προς την επιστήμη και με μεγαλύτερη τάση προς τον προστατευτισμό», τονίζει το περιοδικό.

«Όλα αυτά δείχνουν ότι ο ευρωσκεπτικισμός έχει εξαπλωθεί σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενισχύοντας λαϊκιστικά κόμματα τα οποία, ως φαίνεται, εξυπηρετούν και ύποπτα συμφέροντα», μάς λέει ο Γάλλος συνάδελφος Τιερρύ Βολτόν. Επισημαίνει δε ότι στην χώρα του το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν έχει στενές σχέσεις με το «σύστημα Πούτιν» στην Ρωσία –με ό,τι βεβαίως η σύνδεση αυτή συνεπάγεται.

Αν, όμως, η κυρία Λεπέν κάνει την δουλειά της στην Γαλλία για να κερδίσει πολιτικούς πόντους, το Brexit είναι πολύ πιθανόν να αποδειχθεί καταστροφικό για το Ηνωμένο Βασίλειο. «Σίγουρα, Σκωτσέζοι, Βορειο-Ιρλανδοί καθολικοί και Ουαλοί θα ζητήσουν να φύγουν από το Ηνωμένο Βασίλειο», τονίζει ο Έντουαρντ Μόρτιμερ, παλαιό στέλεχος της εφημερίδας Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς. Προσθέτει δε ότι στις χώρες τους το φιλοευρωπαϊκό αίσθημα είναι αναπτυγμένο και σίγουρα θα ισχυροποιηθεί αν οι Άγγλοι επιλέξουν τον δρόμο της αποχωρήσεως.

«Εξάλλου», μάς λέει ο συνάδελφος Τζαίημς Μόργκαν του BBC, «το Brexit θα αποτελέσει μέσο πίεσης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα πρέπει να δείξει ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα μπορεί να σταθεί όρθιο και να συνεχίσει την πορεία του. Ένας ξεκάθαρος τρόπος να φανεί αυτό θα ήταν να ανακατευθυνθεί η κίνηση της ευρωζώνης εντονότερα προς την ενοποίηση. Στις Βρυξέλλες, πολλοί προβλέπουν μία νέα γαλλο-γερμανική πρωτοβουλία μετά τις 23 Ιουνίου, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της βρεταννικής ψηφοφορίας. Παρόλο που μία τέτοια πρωτοβουλία μπορεί να μην προχωρήσει σημαντικά, καθώς δεν υπάρχει η απαραίτητη σύμπλευση ως προς το τί ακριβώς συνεπάγεται η ενοποίηση, εντούτοις θα μπορούσε να φέρει τον Ντ. Κάμερον σε άβολη θέση, καθώς αρέσκεται στο να υποστηρίζει ότι έχουν πια περάσει οι ευνοϊκότερες εποχές για την ευρωπαϊκή ενοποίηση».

Κατά το Economist, το μέρος στο οποίο διακυβεύονται περισσότερα με την αντιδικία γύρω από το Brexit είναι ενδεχομένως το City του Λονδίνου, δηλαδή ο χρηματοπιστωτικός κόμβος της Μεγάλης Βρετανίας. Μολονότι η ενιαία αγορά υπηρεσιών της ΕΕ είναι ακόμη ατελής, είναι εμφανώς λειτουργική σε ό,τι αφορά τις μεγάλου όγκου χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Σήμερα το Λονδίνο αποτελεί καταφανώς το χρηματοπιστωτικό κέντρο τόσον της ΕΕ όσο και της ευρωζώνης, και μάλιστα περισσότερο απ’ όσο αυτό ίσχυε πριν 20 χρόνια –με αποτέλεσμα να κινεί σαφώς μεγαλύτερη ζήλια μεταξύ των δυνητικών ανταγωνιστών του, όπως είναι το Παρίσι και η Φρανκφούρτη.

Σύμφωνα με την ομάδα πίεσης TheCityUK, σχεδόν 2,2 εκατομμύρια άνθρωποι δουλεύουν στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στις συνδεόμενες με αυτόν υπηρεσίες (όπως οι λογιστικές ή οι νομικές εταιρείες), εκ των οποίων τα 2/3 εκτός Λονδίνου. Παράγουν το 12% του ΑΕΠ της χώρας, το 11% των φορολογικών της εσόδων και καθαρό πλεόνασμα 72 δισεκατομμυρίων στερλινών στο ισοζύγιο πληρωμών. Οι χρηματοπιστωτικές εταιρείες απορρόφησαν το 1/3 των άμεσων ξένων επενδύσεων προς την Μεγάλη Βρετανία στα χρόνια από το 2007, ως επί το πλείστον από την ΕΕ. Περίπου 250 ξένες τράπεζες λειτουργούν στο Λονδίνο, ενώ 200 ξένες δικηγορικές εταιρείες διατηρούν γραφεία ανά την χώρα.

Μελέτη για ενδεχόμενο Brexit που έγινε από την λογιστική εταιρεία PwC για λογαριασμό της TheCityUK, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προστιθέμενη αξία που προκύπτει από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θα υποχωρούσε κατά 5,7%-9,5% σε ορίζοντα 2020, ενώ η απασχόληση θα έπεφτε κατά 70.000-100.000 άτομα. Η ανάπτυξη του κλάδου συνολικά θα υποχωρούσε, ενώ ορισμένες από τις επιχειρήσεις θα μετεγκαθίσταντο σε άλλα χρηματοπιστωτικά κέντρα της Ένωσης.

Ο βασικός λόγος θα ήταν το «δικαίωμα διαβατηρίου», που επιτρέπει σε τράπεζες ή επενδυτικές εταιρείες με έδρα στην Μεγάλη Βρετανία να κάνουν συναλλαγές σε όλη την Ευρώπη. Χωρίς αυτό το δικαίωμα, οι επιχειρήσεις θα χρειάζονταν να ιδρύουν χωριστά κεφαλαιοποιημένες θυγατρικές ανά την ΕΕ.

Μελέτη της Frontier Economics για μία άλλη ομάδα πίεσης, την London First, καταλήγει στο ότι οι συνολικές συναλλαγές της Μεγάλης Βρετανίας στον τομέα των υπηρεσιών θα υποχωρήσουν κατά 67-92 δισεκατομμύρια στερλίνες ετησίως.

Είναι λοιπόν σαφές ότι κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις. Συνήθως δε, οι χαχόλοι που ακούν τις σειρήνες του λαϊκισμού επιλέγουν τις πιο δυσάρεστες –επειδή οι τελευταίες ηχούν καλύτερα σε αυτιά που δεν συγκοινωνούν με την φαιά ουσία του εγκεφάλου.

Στην Ελλάδα κάτι γνωρίζουμε από αυτά…

X