Σε έρευνα του επικεφαλής του ανώτατου δικαστηρίου προχωρούν Πολωνοί εισαγγελείς

Βαρσοβία, Πολωνία. [Jorge Lascar]

Πολωνοί εισαγγελείς δήλωσαν χθες (18 Αυγούστου) ότι έχουν αρχίσει να διερευνούν κατά πόσον ο επικεφαλής του συνταγματικού τριμερούς δικαστηρίου υπερέβη την εξουσία του με το να μην επιτρέψει σε τρεις δικαστές που επέλεξε η κυβερνούσα κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να εκδικάσουν υποθέσεις.

Η έρευνα σηματοδοτεί άλλο ένα στάδιο στη σύγκρουση μεταξύ των ευρωσκεπτικιστών της κυβέρνησης της Πολωνίας και του ανώτερου δικαστηρίου της. Η σύγκρουση έχει ήδη κλονίσει την ψυχολογία των επενδυτών προς την Πολωνία, τη μεγαλύτερη οικονομία της Ανατολικής Ευρώπης.

«Η έρευνα βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο. Προς το παρόν συλλέγουμε έγγραφα και ανταλλάσσουμε επιστολές με το συνταγματικό δικαστήριο», δήλωσε ο Ireneusz Kunert, εκπρόσωπος του γραφείου του περιφερειακού εισαγγελέα της πόλης του Κατοβίτσε.

Ο επικεφαλής του συνταγματικού δικαστηρίου Andrzej Rzeplinski δήλωσε στο κρατικό πρακτορείο ειδήσεων PAP ότι η έρευνα θεωρείται ως μια «ανίκανη προσπάθεια» να θίγει η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.

Νωρίτερα αυτό το έτος, εισαγγελείς στη Βαρσοβία αρνήθηκαν να διερευνήσουν τη νομιμότητα της άρνησης της κυβέρνησης να δημοσιεύσει ορισμένες ετυμηγορίες του συνταγματικού δικαστηρίου.

«Ίσως αυτή η έρευνα είναι μια μορφή άσκησης πίεσης στον επικεφαλής του δικαστηρίου, αλλά αμφιβάλλω ότι θα επηρεάσει τις δράσεις του επικεφαλής του δικαστηρίου», δήλωσε ο Piotr Kladoczny του Ιδρύματος του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Rafal Bochenek δήλωσε ότι η απόφαση του γραφείου του εισαγγελέα είναι ανεξάρτητη.

Από τότε που εξασφάλισε μια ολοκληρωτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία το περασμένο έτος, το κυβερνών κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) έχει περάσει αρκετές αλλαγές στους κανόνες λειτουργίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μερικές από αυτές τις αλλαγές είναι παράνομες, ωστόσο η κυβέρνηση αγνόησε τις ετυμηγορίες.

Πέρυσι το κοινοβούλιο απέσυρε επίσης τις υποψηφιότητες του προηγούμενου κοινοβουλίου για πέντε από τους δεκαπέντε δικαστές του δικαστηρίου και προώθησε  τους δικούς της υποψηφίους, οι οποίοι ορκίστηκαν αμέσως από τον πρόεδρο Andrzej Duda, σύμμαχο του κόμματος PiS.

Το δικαστήριο αποφάνθηκε αργότερα ότι τρεις από τις υποψηφιότητες του προηγούμενου κόμματος ήταν νόμιμες και δύο παράνομες. Εκπρόσωποι του PiS υποστήριξαν τότε ότι η διαδικασία των πέντε νέων διορισμών είχε ήδη ολοκληρωθεί.

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές της κυβέρνησης στο δικαστήριο έχει υπονομεύσει τα δημοκρατικά πρότυπα και αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για περισσότερο έλεγχο επί των κρατικών θεσμών, κατηγορίες τις οποίες  αρνήθηκε το PiS.