Οι ΗΠΑ έστειλαν μήνυμα στη Γερμανία, όχι στη Γαλλία

«Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι οι Γαλλογερμανοί ήταν αυτοί που πρώτοι κάρφωσαν πισώπλατα τον Μπάιντεν πριν ακόμη αναλάβει υπογράφοντας εν μια νυκτί την επενδυτική συμφωνία ΕΕ-Κίνας», τόνισε ο Ευρωπαίος διπλωμάτης. [EPA-EFE/Alex Edelman]

Ανταπόκριση από Βρυξέλλες

Με την πρόσφατη αμυντική συμφωνία ΗΠΑ-Μεγάλης Βρετανίας-Αυστραλίας για την περιοχή του Ειρηνικού που στοίχησε το συμβόλαιο προμήθειας υποβρυχίων στη Γαλλία, οι Αγγλοσάξονες θέλησαν να στείλουν μήνυμα στο Βερολίνο και όχι στο Παρίσι, σύμφωνα με Ευρωπαίο διπλωμάτη.

Ο Ευρωπαίος διπλωμάτης, που μίλησε στην EURACTIV.gr στις Βρυξέλλες υπό καθεστώς ανωνυμίας, είπε ότι μπορεί η Γαλλία να έχει βγει μπροστά και να εκβιάζει μια σκληρή ευρωπαϊκή απάντηση, ωστόσο στην πραγματικότητα – κυρίως οι Αμερικανοί – θέλησαν να στείλουν ένα προειδοποιητικό μήνυμα στη μετεκλογική Γερμανία ότι «πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες των ΗΠΑ για την Κίνα και ότι πρέπει να σταματήσουν τα παιχνίδια με το Πεκίνο».

«Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι οι Γαλλογερμανοί ήταν αυτοί που πρώτοι κάρφωσαν πισώπλατα τον Μπάιντεν πριν ακόμη αναλάβει υπογράφοντας εν μια νυκτί την επενδυτική συμφωνία ΕΕ-Κίνας», τόνισε ο Ευρωπαίος διπλωμάτης.

ΕΕ και η Κίνα συμφώνησαν επί της αρχής στις 30 Δεκεμβρίου του 2020, λίγο πριν αναλάβει επίσημα την Προεδρία των ΗΠΑ ο Τζο Μπάιντεν, σε μια επενδυτική συμφωνία που θα δώσει στις ευρωπαϊκές εταιρείες μεγαλύτερη πρόσβαση στις κινεζικές αγορές.

Στις Βρυξέλλες, ήταν γνωστό ότι το Βερολίνο άσκησε σφοδρές πιέσεις στη Γαλλία να δώσει το πράσινο φως για τη συμφωνία και η αίσθηση της γερμανικής βιασύνης δεν έμεινε απαρατήρητη στην Ουάσιγκτον.

Φημολογείται επίσης ότι οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ ενημερώθηκαν την τελευταία στιγμή.

Η αντίδραση της Ουάσιγκτον τότε ήταν έντονη, καθώς η ευρωπαϊκή συμφωνία με την Κίνα ήρθε λίγες ημέρες αφότου ο Μπάιντεν πρότεινε έναν διατλαντικό διάλογο με θέμα «τη στρατηγική πρόκληση που θέτει η αυξανόμενη διεθνής επιθετικότητα της Κίνας».

Κληθείσα να σχολιάσει το ζήτημα, πηγή της Κομισιόν είπε στο EURACTIV ότι η συμφωνία με την Κίνα στόχευε να προστατέψει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδύσεις. «Δεν στρεφόταν κατά των ΗΠΑ», πρόσθεσε.

Στο θέμα παρενέβη και ο Πορτογάλος ΠΘ Αντόνιο Κόστα, καθώς τότε η χώρα του είχε την Προεδρία της ΕΕ.

Ερωτηθείς εάν η Ευρώπη έπρεπε να είχε διαβουλευθεί με τις ΗΠΑ προτού υπογράψει με την Κίνα, απάντησε: «Εάν η Ευρώπη θέλει να είναι παγκόσμιος παράγοντας, όπως και πρέπει να είναι, η στρατηγική αυτονομία της εξαρτάται από το να μπορεί να μιλήσει με καθένα από τους άλλους παγκόσμιους παράγοντες. Πρέπει να μιλά στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, την Ινδία, την Αφρική. Πρέπει να μιλά με όλους και όχι μόνο να μιλά μέσω άλλων».

Ο Ευρωπαίος διπλωμάτης υπογράμμισε ότι η Γερμανία ασκεί ασφυκτικές πιέσεις στο διπλωματικό παρασκήνιο ώστε να «μην διαταραχθούν οι σχέσεις με την Κίνα» ύστερα από την αμυντική συμφωνία των Αγλλοσαξόνων, η οποία μπορεί να παρασύρει την ΕΕ σε συγκρουσιακή σχέση με το Πεκίνο.

«Η Γερμανία έχει εξασφαλίσει προνομιακές συμφωνίες για την βιομηχανία της – και συγκεκριμένα πρώτες ύλες – με την Κίνα».

Η διαφορετική προσέγγιση ΕΕ και ΗΠΑ αναφορικά με την Κίνα αποτυπώθηκε επίσης και στην Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον περασμένο Ιούνιο.

Στο τελικό κείμενο η Ρωσία παρουσιάστηκε ως «απειλή» ενώ η Κίνα ως «πρόκληση».

Οι ΗΠΑ πίεζαν να χαρακτηριστεί και η Κίνα «απειλή», ωστόσο διπλωματικές πηγές δήλωναν ότι η Ουάσιγκτον γνώρισε σθεναρή αντίσταση από τους Ευρωπαίους και δη τη Γερμανία, η οποία διεμήνυε ότι «χρειάζεται ακόμη χρόνος να διαπιστωθούν οι προθέσεις του Πεκίνου».

Οι ίδιες διπλωματικές πηγές έλεγαν στο EURACTIV ότι η Γερμανία ισχυρίστηκε στις τότε διαπραγματεύσεις ότι εάν οι Δυτικοί χαρακτήριζαν την Κίνα «απειλή» τότε θα «δημιουργούσε τετελεσμένη συγκρουσιακή σχέση».