Μετά την Apple, ήρθε η σειρά ευρωπαϊκών εταιρειών;

Η Επίτροπος Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ [Jorge Valero]

Αιφνιδιασμό, έντονες αντιδράσεις και ακόμη περισσότερες συζητήσεις προκάλεσε η απόφαση της Κομισιόν να επιβάλλει στην Apple την πληρωμή 13 δις ευρώ στην Ιρλανδία λόγω παράνομων φοροελαφρύνσεων.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού της ΕΕ έκρινε ότι το ποσό των 13 δις ευρώ αντιστοιχεί στα διαφυγόντα έσοδα της Ιρλανδίας  λόγω της ειδικής φορολογικής συμφωνίας μεταξύ Apple και Δουβλίνου που επέτρεπε στον αμερικανικό κολοσσό όχι μόνο την διοχέτευση στις ιρλανδικές θυγατρικές της σχεδόν όλων των κερδών από τις πωλήσεις της στην Ευρώπη, αλλά και την φορολόγησή τους με εξαιρετικά χαμηλούς πραγματικούς συντελεστές (μεταξύ 1% και 0,0005%) για την περίοδο 2003-2014. Ο συντελεστής φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ιρλανδία είναι 12,5%, εκ των χαμηλότερων μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών.

Γιατί όμως η Κομισιόν αποφάσισε να ταρακουνήσει τα νερά και τι κρύβεται πίσω αυτή την απόφαση; Σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές η εν λόγω απόφαση  της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί μία ιστορική καμπή στις σχέσεις ΕΕ και πολυεθνικών.  Η  Κομισιόν επιθυμεί να δείξει ότι είναι διατεθειμένη να συγκρουσθεί με μεγάλες εταιρείες που φοροαποφεύγουν, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει τον απλό Ευρωπαίο πολίτη, που ακόμα βιώνει τις συνέπειες της οικονομικής κρίσεως.

Κάποιοι άλλοι εκτιμούν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμέτωπη με τις συνεχώς αυξανόμενες επικρίσεις για ελλειπή αντανακλαστικά και αδυναμία επιβολής των ευρωπαϊκών αποφάσεων  όπως λόγου χάρη στο μεταναστευτικό, επιδιώκει να δείξει πυγμή και να διαμηνύσει ότι θα εφαρμόσει την ευρωπαϊκή νομοθεσία μηδενός εξαιρουμένου.

Ενιαία φορολογική πολική 

Ακόμη παραπέρα, η απόφαση αυτή ίσως αποτελεί και το πρώτο βήμα για μια ενιαία φορολογική πολική με σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Παρ ότι οι φόροι παραμένουν αρμοδιότητα των κρατών μελών, η ΕΕ υποστηρίζει ότι από την στιγμή που  παρέχονται σε μεμονωμένες επιχειρήσεις φορολογικά πλεονεκτήματα, παραβιάζονται οι όροι του ανταγωνισμού της εσωτερικής αγορά, ενώ στέλνει το μήνυμα ότι οι φορολογικοί παράδεισοι δεν είναι πλέον ανεκτοί.

Χαρακτηριστική ήταν η χθεσινή τοποθέτηση του Επιτρόπου για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις Πιέρ Μοσκοβισί στο Twitter, εκφράζοντας την αποφασιστικότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πάταξη της φοροδιαφυγής των μεγάλων εταιρειών. «Ο αγώνας συνεχίζεται», ανέφερε με νόημα.

Πράγματι, μετά την Starbucks και την Apple στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει μπει η δραστηριότητα των αμερικανικών κολοσσών Amazon και  McDonald’s στο Λουξεμβούργο. Αν και κανείς δεν γνωρίζει την εξέλιξη των δύο υποθέσεων, ήδη οι ΗΠΑ  καταγγέλλουν ότι η Κομισιόν έχει βάλει στο στόχαστρο αμερικανικές εταιρείες. Αυτό είπε ξεκάθαρα χθες και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ  Τζακ Λιού, προσθέτοντας ότι η ενέργεια αυτή των Βρυξελλών «δημιουργεί αβεβαιότητα» και ότι σε τελική ανάλυση «δεν θα είναι καλή για την ευρωπαϊκή οικονομία».

Ποιοι θα ακολουθήσουν

Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο και θέλοντας να αποφύγει ένα σοβαρό πλήγμα στις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, η Κομισιόν ενδέχεται να επιλέξει για την επόμενη έρευνα μια  ευρωπαϊκή εταιρεία.  Ο George Berrisch, συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο Baker Botts σημείωσε ότι  στις αποκαλύψεις του Luxleaks αναφέρονταν αρκετές ευρωπαϊκές εταιρείες που έχουν συνάψει φορολογικές συμφωνίες με το Λουξεμβούργο.

Δεν είναι σαφές πόσες επιχειρήσεις μπορεί να αντιμετωπίσουν παρόμοιες φορολογικές απαιτήσεις, δεομένων  των περιορισμένων πόρων. Συνεπώς η Διεύθυνση  Ανταγωνισμού της Επιτροπής είναι πιθανό να επικεντρωθεί σε ένα αρκετά μικρό αριθμό εταιρειών με την προσδοκία ότι η επιτυχία – ακόμη  απομένει να δοκιμαστεί στο δικαστήριο – μπορεί να αποτρέψει άλλους εντός και εκτός ΕΕ στην υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών.

Ο Jonas Koponen του δικηγορικού  γραφείου Linklaters  χαρακτήρισε την  υπόθεση της Apple μια κλήση αφύπνισης για όσους είναι δύσπιστοι  όσον αφορά την αντίδραση των πολιτικών θεσμών, όχι μόνο στην Ευρώπη, απέναντι στη λαϊκή πίεση για τη συγκέντρωση περισσότερων φόρων από τους πλούσιους εταιρείες. «Τα ποσά που διακυβεύονται ενδέχεται να ενισχύσουν τις πολιτικές πιέσεις τόσο εντός της ΕΕ όσο και από χώρες εκτός ΕΕ», σημείωσε.

X