Κομισιόν στο EURACTIV: Οι νόμοι κατά των fake news δεν πρέπει να εμποδίζουν τη δημοσιογραφία

Η εκτακτη νομοθεσία για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης κατά την περίοδο της πανδημίας δεν πρέπει να εμοδίζει την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, σχολιάζει η Κομισιόν

Η έκτακτη νομοθεσία για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης κατά την περίοδο της πανδημίας δεν πρέπει να εμποδίζει την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, σχολιάζει η Κομισιόν

Η νομοθεσία των κρατών μελών που στοχεύει την καταπολέμηση των fake news κατά της διάρκεια της πανδημίας, δεν θα πρέπει να εμποδίζει την άσκηση δημοσιογραφίας, ούτε να λειτουργεί αποτρεπτικά για τις «πηγές» να μιλούν σε δημοσιογράφους, σχολίασε πηγή της Κομισιόν στο EURACTIV.gr.

Αφορμή για το σχόλιο είναι η ψήφιση του νέου ποινικού κώδικα που συζητείται σήμερα στο Ελληνικό κοινοβούλιο. Το περιβόητο άρθρο 191 προτείνει ότι «ψευδείς ειδήσεις που μπορούν να προκαλέσουν ανησυχία ή φόβο στους πολίτες κ.λπ.» μπορούν να διωχθούν από νομικούς και δικηγόρους.

Με αφορμή τον εν λόγω νόμο, η EURACTIV επικοινώνησε με την Κομισιόν, η οποία και δήλωσε το εξής:

«Οι πρόσφατες περιπτώσεις έκτακτης νομοθεσίας που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, οι οποίες ενίοτε περιλαμβάνουν και διατάξεις ποινικού χαρακτήρα, σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν αρνητικό αποτέλεσμα στο έργο των δημοσιογράφων. Τέτοιες διατάξεις θα μπορούσαν να συνιστούν αδικαιολόγητους, μεροληπτικούς ή δυσανάλογους περιορισμούς της ελευθερίας παροχής δημοσιογραφικών υπηρεσιών», τόνισε η πηγή της Κομισιόν.

Αναφερόμενη σε σχετική πρόσφατη ανακοίνωση της Κομισιόν, η πηγή πρόσθεσε:

«Για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης για τον COVID-19, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι νόμοι που ορίζουν αυτά τα εγκλήματα με υπερβολικά ευρείς όρους ή που προβλέπουν δυσανάλογες κυρώσεις μπορεί να περιορίσουν την προθυμία των πηγών να μιλήσουν με δημοσιογράφους και να οδηγήσουν σε αυτολογοκρισία».

Από την πλευρά του, κατά τις συζητήσεις επί του νομοσχεδίου στη Βουλή ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Τσιάρας υποστήριξε ότι η διάταξη του νέου ποινικού κώδικα είναι σύμφωνη με το άρθρο 10 της Διεθνούς Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την έκφραση γνώμης, επισημαίνοντας ότι ο νόμος που ίσχυε εδώ και 70 χρόνια είχε πιο σκληρή διατύπωση και ότι «θα μπορούσε κανείς να κατηγορείται ακόμη και για φήμες».

«Το γεγονός ότι οι συνάνθρωποί μας χάνονται αυτή τη στιγμή επειδή κάποιοι τους πείθουν να μην εμβολιαστούν δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από το σύστημα δικαιοσύνης», αναρωτήθηκε. «Σε θέματα κοινής λογικής, αυτονόητα, πρέπει να βρίσκουμε κοινό έδαφος, όπως στο να μην είναι θύμα ψευδών ειδήσεων η κοινωνία. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να το κρατήσουμε πολύ ψηλά. Δεν μπορεί να δηλώνουμε ότι είμαστε δικαιωματιστές αλλά ένα τέτοιο δικαίωμα να μην το έχουμε πρώτη προτεραιότητα μας».

Λαμβάνουμε «σοβαρά υπόψη» τις κατατάξεις ελευθερίας Τύπου

Η Ελλάδα κατέχει χαμηλή θέση στις λίστες της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης τα τελευταία 20 χρόνια. Το διάγραμμα για την Ελευθερία του Τύπου από το 2013 έως το 2021 τοποθετεί τη χώρα στην κατηγορία των λεγόμενων χωρών σε μια «προβληματική κατάσταση» (25-35 μονάδες), πέφτοντας από την «καλή έως πολύ καλή κατάσταση» στην οποία βρίσκονταν μια δεκαετίας πριν – σύμφωνα με στην ίδια πηγή.

Την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα κατατάσσεται της μεταξύ 65ης και 70ης θέσης – θέση πολύ χαμηλή για την 25η ισχυρότερη οικονομία στον κόσμο και για μέλος της Ευρωζώνης. «Ο δείκτης ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης είναι μια σημαντική πηγή ενημέρωσης της Επιτροπής για το έργο της και δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό. Αυτές οι κατατάξεις αναφέρονται συστηματικά στην έκθεση της Επιτροπής για το κράτος δικαίου για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας», δήλωσε η κοινοτική πηγή.

Τι λέει η ΕΣΗΕΑ

Η πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ΕΣΗΕΑ κα Αντωνιάδου είπε στο EURACTIV ότι η κρίση οδήγησε στο κλείσιμο των παραδοσιακών εκδοτικών οίκων και στο άνοιγμα νέων, κυρίως ψηφιακών.

Σύμφωνα με την κα Αντωνιάδου, η χαμηλή θέση της χώρας στις διεθνείς κατατάξεις οφείλεται στην οικονομική κρίση, στα τρία επακόλουθα μνημόνια συμφωνίας για το πρόγραμμα διάσωσης και στην κρίση Covid-19 που ακολούθησε.

Η ΕΣΗΕΑ έχει ενημερώσει σχετικά με το άρθρο 191 την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων και τη Διεθνή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων οι οποίες σκοπεύουν να απευθυνθούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να διεξαχθεί συζήτηση σχετικά με το θέμα των fake news.

«Οι πολιτικοί πάντα ήθελαν να ελέγχουν τον Τύπο, αλλά η κατάσταση χειροτερεύει πλέον παγκοσμίως», υπογράμμισε η κα Αντωνιάδου. Η ΕΣΗΕΑ έχει τονισει ότι πρέπει να υπάρχει ανεξάρτητος φορέας που θα παρακολουθεί το θέμα με τη συμμετοχή των ενώσεων συντακτών, στα πλαίσια ενός ενισχυμένου ΕΣΡ

«Καλέσαμε τις διεθνείς ενώσεις να ανοίξουν τη συζήτηση γύρω από τα fake news, αλλά και για το τι είναι στην πραγματικότητα η δημοσιογραφία στις μέρες μας» καταλήγει η ίδια.

«Η ΕΣΗΕΑ θα συμφωνήσει σε έναν νόμο που θα ορίζει καλύτερα τι είναι ψευδείς ειδήσεις και πότε υπάρχει πρόβλημα, αλλά η συζήτηση γύρω από τα fake news και την παραπληροφόρηση δεν θα σταματήσει εκεί. Αντίθετα, το ζήτημα της διακυβέρνησης του διαδικτύου και στη συνέχεια της αναδιοργάνωσης της παραγωγής και της διάδοσης ειδήσεων βρίσκεται προ των πυλών», πρόσθεσε.

Κρατική διαφήμιση 

Η Κομισιόν κλήθηκε επίσης να σχολιάσει και την κρατική διαφήμιση προς τα ΜΜΕ στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς κάποια μέσα δεν χρηματοδοτήθηκαν ενώ κάποια άλλα επέστρεψαν τα χρήματα επικαλούμενα αδιαφάνεια στις διαδικασίες.

«Η κρατική οικονομική στήριξη μέσω της διαφήμισης δημόσιου συμφέροντος μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας, ειδικά για μη κερδοσκοπικά, κοινοτικά μέσα ενημέρωσης και άλλες λιγότερο εμπορικές μορφές δημοσιογραφίας. Ωστόσο, απαιτούνται κατάλληλες διασφαλίσεις για την προστασία της ελευθερίας και του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, γι’ αυτό η Επιτροπή ενθαρρύνει όλα τα κράτη μέλη να έχουν διαφανείς κανόνες και δίκαια κριτήρια για την κατανομή της διαφήμισης», σχολίασε η Κομισιόν.

Η Κομισιόν πρόσθεσε ότι η κρατική διαφήμιση προς τα ΜΜΕ είναι ένα από τα ζητήματα που εξετάζει ως μέρος των ετήσιων εκθέσεων για το κράτος δικαίου, και θα εξεταστεί επίσης στο πλαίσιο της σχετικής έκθεσης για το 2022.