Αγωνία για τις κινήσεις Σκωτίας και Β. Ιρλανδίας στη μετά Brexit εποχή

Το Κοινοβούλιο της Βόρειας Ιρλανδίας κοντά στο Μπέλφαστ.

Η Τερέζα Μέι υποσχέθηκε ότι δεν θα υπάρξει επιστροφή παλιό καθεστώς συνόρων μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας μετά το Brexit, καθώς η Πρωθυπουργός της Σκωτίας Νίκολα Στέρτζεον είπε ότι κάνει τώρα «προπαρασκευαστικά βήματα» προς ένα δεύτερο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας στην απόηχο του Brexit.

Η Μέι βρέθηκε τη Δευτέρα (25 Ιουλίου) στη Βόρεια Ιρλανδία – το πρώτο ταξίδι της εκεί από τότε που ανέλαβε καθήκοντα νωρίτερα αυτό το μήνα.

Η Βόρεια Ιρλανδία ψήφισε 56% έναντι 44% υπέρ της παραμονής στην ΕΕ – όπως και η Δημοκρατία της Ιρλανδίας – ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο συνολικά ψήφισε 52% έναντι 48% υπέρ της αποχώρησης στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου.

Μιλώντας στο Μπέλφαστ τη Δευτέρα, μετά τη συνάντησή της με τον Πρωθυπουργό της Βόρειας Ιρλανδίας Άρλεν Φόστερ και τον Αναπληρωτή Πρωθυπουργό Μάρτιν ΜακΓκίνες, η Μέι δήλωσε ότι θα βρεθεί μια «πρακτική λύση» για το θέμα των συνόρων της Βόρειας Ιρλανδίας με την Ιρλανδία (Έιρε).

Η Βόρεια Ιρλανδία υπέφερε 30 χρόνια από τρομοκρατία και – κατά καιρούς – από σχεδόν εμφύλιο πόλεμο, λόγω της επιθυμίας του προτεσταντικού βορρά να παραμείνει μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου, και του ρεπουμπλικανικού και καθολικού νότου για ενοποίηση με το Δουβλίνο.

Πριν τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, που εξασφάλισε τελικά την ειρήνη, περισσότεροι από 3.600 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε σύγκρουσεις.

«Κανείς δεν θέλει επιστροφή στα σύνορα του παρελθόντος», δήλωσε η Μέι. «Αυτό που θέλουμε είναι να βρούμε μια πρακτική λύση για όλους.»

Ο ΜακΓκίνες, πρώην διοικητής του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA) και νυν  Αναπληρωτής Πρωθυπουργός, ζήτησε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επανένωση της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Νότια, αντί για έξοδο από την ΕΕ.

Ο ΜακΓκίνες εξέφρασε επίσης την ανησυχία του για το πώς η βρετανική κυβέρνηση θα αντικαταστήσει τα δισεκατομμύρια ευρώ γεωργικών επιδοτήσεων και τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ χρηματοδότησης για την ειρήνη που παρέχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Βρετανία και η Ιρλανδία μοιράζονται ένα Κοινό Χώρο Ταξιδίων με ανοιχτά σύνορα (CTA) που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1920, ως συνέχεια των ρυθμίσεων πριν από την ιρλανδική ανεξαρτησία.

Ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Έντα Κένι δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι το Brexit δεν πρέπει να σημάνει τη δημιουργία «σκληρών συνόρων» μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας.

«Σκλήρα σύνορα δεν θα γίνουν αποδεκτά στο νότο ή στο βορρά», υποστήριξε ο Κένι.

Εν τω μεταξύ, τη Δευτέρα στη Σκωτία, η Πρωθυπουργός Νίκολα Στέρτζεον δήλωσε ότι ένα ακόμα δημοψηφίσματο για ανεξαρτησία είναι «μία από τις επιλογές που η Σκωτία πρέπει να έχει το δικαίωμα να εξετάσει», μόλις δύο χρόνια μετά την απόφαση της  χώρας με ποσοστό 55% να παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο.

«Αν διαπιστώσουμε ότι τα συμφέροντά μας δεν μπορούν να προστατευθούν στο πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου, η ανεξαρτησία θα πρέπει να είναι μία από αυτές τις επιλογές που Σκωτία πρέπει να έχει το δικαίωμα να εξετάσει», είπε η Στέρτζεον σε ομιλία της.

«Γι’αυτο θα λάβουμε προπαρασκευαστικά μέτρα για να εξασφαλίσουμε ότι είναι μια επιλογή ανοικτή στο κοινοβούλιο της Σκωτίας, αν κριθεί απαραίτητο από το κοινοβούλιο.»

Η Στέρτζεον  δεν ανέφερε ποια μορφή θα έχουν οι προπαρασκευαστικές εργασίες, αλλά τόνισε ότι η πρωτοφανής φύση της εξόδου της Βρετανίας σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστούν όλες οι επιλογές για το μέλλον των σχέσεων της με την ΕΕ και το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο.

«Το Ηνωμένο Βασίλειο που ψηφίσαμε για να μείνουμε μέρος του το 2014, ένα Ηνωμένο Βασίλειο εντός του πλαισίου της ΕΕ, αλλάζει ριζικά. Οι προοπτικές για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η αβεβαιότητα, η αναταραχή και η αστάθεια», είπε.

«Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί κάλλιστα η επιλογή η οποία θα μας προσφέρει τη μεγαλύτερη ασφάλεια, σταθερότητα, και το μέγιστο έλεγχο για το πεπρωμένο είναι αυτή της ανεξαρτησίας.»

Η Στέρτζεον είπε επίσης ότι δεν πιστεύει ότι μια παρατεταμένη περίοδος διαπραγματεύσεων με την ΕΕ για τον τρόπο αποχώρησης από το μπλοκ θα είναι προς το συμφέρον κανενός, και φοβάται ότι οι όροι εξόδου της Βρετανίας θα μπορούσαν να είναι δυσμενείς για τη Σκωτία.

«Αν μπορούμε να καταλάβουμε κάτι από τα πρώτα σημάδια, είτε από τις συναντήσεις της κυβέρνησης, είτε από τις αρχικές εξαγγελίες – και ελπίζω να κάνω λάθος γι ‘αυτό – (είναι) ότι το Ηνωμένο Βασίλειο οδεύει προς ένα σκληρό και όχι ένα ήπιο Brexit», είπε .