Αντιπεριφερειάρχης Δ. Ελλάδας: οι περιφέρειες μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο

[Tempo24]

Αυτό το άρθρο είναι μέρος των ειδικών εκθέσεων μας Επενδύσεις της Συνοχής στις ελληνικές περιφέρειες.

Ο στόχος των ελληνικών περιφερειών σε ό,τι αφορά τη χρήση και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων δεν θα πρέπει να είναι η απορροφητικότητα, αλλά η αποτελεσματικότητα σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη, δήλωσε σε συνέντευξη του στη Euractiv.gr ο Αντιπεριφερειάρχης Οικονομικών Δυτικής Ελλάδας, Παναγιώτης Μπράμος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΕΔΩ

Τα κύρια σημεία της συνέντευξης:

Το Κράτος δεν αποδίδει στις Περιφέρειες όλα όσα τους αναλογούν

Ερωτηθείς σχετικά με τα οφέλη που αποκόμισε η Ελλάδα και η περιφέρεια του από την Συνοχή στην περίοδο της κρίσης, απάντησε ότι το βάρος των αποφάσεων και των μνημονίων της κυβέρνησης επωμίζονται οι περιφέρειες και οι δήμοι ακόμη και σήμερα.

Υπογράμμισε δε, ότι με σταθερά δικαιολογία την οικονομική κρίση, το κράτος δεν αποδίδει στις Περιφέρειες τις θεσμοθετημένες χρηματοδοτήσεις, ενώ συχνά αναλαμβάνουν μεταβιβαστικές ή ουσιαστικές αρμοδιότητες χωρίς όμως τους απαιτούμενους χρηματοδοτικούς πόρους.

«Με τους Επενδυτικούς Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ) ουσιαστικά καταργημένους και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) πετσοκομμένο, ουσιαστικά για εμάς τις Περιφέρειες υπάρχει μόνο το ΕΣΠΑ».

«Ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης, η Πολιτική Συνοχής ήταν το οξυγόνο για την οικονομία και την κοινωνία της Δυτικής Ελλάδας», σημείωσε.

«Αν στέκεται όρθια η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας σήμερα, στέκεται γιατί διαχειρίζεται τους ευρωπαϊκούς πόρους. Και τους διαχειριζόμαστε σωστά και αποτελεσματικά… Έργα που έχουν ανάγκη οι τοπικές κοινωνίες και που συμβάλλουν όχι μόνο στους αναπτυξιακούς στόχους του στρατηγικού σχεδιασμού μας, αλλά και στην εθνική προσπάθεια για ανάκαμψη», πρόσθεσε.

Σοβαρές ανησυχίες για τη νέα πρόταση της Κομισιόν 

Βασική ανησυχία της Περιφέρειας αποτελούν οι προτεινόμενες περικοπές της τάξεως του 10% στην Πολιτική Συνοχής και του 28% της Αγροτικής Ανάπτυξης.

«Η ανεπαρκής χρηματοδότηση θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των ανισοτήτων σε ολόκληρη την Ευρώπη, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τις Περιφέρειες που αντιμετωπίζουν δημογραφικές προκλήσεις. Το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) είναι αυτά που θα πληγούν περισσότερο», τόνισε ο κ. Μπράμος.

Σε πρώτο πλάνο τίθεται και το ζήτημα της θεματικής συγκέντρωσης των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) που στο νέο πλαίσιο της Συνοχής θα είναι σε εθνικό και όχι σε περιφερειακό επίπεδο.

«Κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αυτή η θεματική συγκέντρωση σε εθνικό επίπεδο θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εργαλείο για την προσαρμογή της συγκέντρωσης των κεφαλαίων στις θεματικές προκλήσεις συγκεκριμένων περιοχών».

«Ωστόσο, αυτή η εθνική προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει πηγή διαμάχης για περιοχές με συγκεκριμένα γεωγραφικά μειονεκτήματα (π.χ. απομακρυσμένες περιφέρειες, ορεινές περιφέρειες, κλπ.) ή με πολύ διαφορετικό κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ (όπως οι φτωχότερες περιφέρειες στα κράτη μέλη)», πρόσθεσε ο ίδιος.

Αναφερόμενος στα ΕΔΕΤ, τόνισε επίσης ότι η εφαρμογή τους κινδυνεύει σοβαρά από την προτεινόμενη μείωση των προκαταβολών (προχρηματοδότηση), καθώς και από την αύξηση των αντιστοιχούντων κεφαλαίων που ζητούνται από τις εθνικές κυβερνήσεις και τις περιφέρειες (συγχρηματοδότηση).

«Αυτό συνεπάγεται διπλή μείωση στους πόρους της Πολιτικής Συνοχής και διπλό βάρος για τις Περιφέρειες που προσπαθούν για την επίτευξη κοινωνικής, οικονομικής και εδαφικής συνοχής, ιδίως για τις λιγότερο ανεπτυγμένες Περιφέρειες».

Υπογράμμισε δε, ότι «ευτυχώς την ύστατη στιγμή επανεισήχθησαν στην νέα πρόταση η αρχή της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και της εταιρικής σχέσης».

Σε ό,τι αφορά τις «προϋποθέσεις ενεργοποίησης» που έρχονται να αντικαταστήσουν τις «εκ των προτέρων αιρεσιμότητες» της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου, το θετικό είναι ότι είναι λιγότερες και πιο εστιασμένες στους στόχους.

«Όμως, παρά τη μείωση και την εστίαση, υπάρχει το ζήτημα που σχετίζεται με τις θεματικές προϋποθέσεις ενεργοποίησης του ΕΤΠΑ, του Ταμείου Συνοχής και του ΕΚΤ+, οι οποίες συχνά απαιτούν την ύπαρξη εθνικών στρατηγικών».

Βασικό πρόβλημα αποτελεί και η ιδέα των μακροοικονομικών αιρεσιμοτήτων, «οι οποίες – ως αποτέλεσμα της σχέσης μεταξύ των ΕΔΕΤ και της οικονομικής διακυβέρνησης – φέρνουν τις Περιφέρειες και τους Δήμους σε καθεστώς ομηρίας , λόγω των ανεπαρκειών των εθνικών κυβερνήσεων. Η Πολιτική Συνοχής δεν θα πρέπει να υπόκειται σε όρους και προϋποθέσεις, που δεν μπορούν να επηρεαστούν από τις Τοπικές και Περιφερειακές Αρχές και άλλους δικαιούχους».

Οι ελληνικές περιφέρειες στέκονται επάξια στον τομέα της διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων και στη χάραξη πολιτικής

«Παρότι η αιρετή Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση είναι ένας πολύ νέος θεσμός στη χώρα μας, μόλις από το 2011, εμείς οι Περιφέρειες έχουμε αποδείξει και με το παραπάνω τις ικανότητές μας», τόνισε ο Αντιπεριφερειάρχης στη συνέντευξη του.

Αναφερόμενος στην πορεία της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας στην προηγούμενη και την τρέχουσα προγραμματική περίοδο, σημείωσε ότι οι προκλήσεις ήταν μεν πολλές αλλά το τελικό αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες.

«Ειδικά σε ότι αφορά την Περιφέρειά μου, απορροφήσαμε πάνω από το 107% του ΠΕΠ Δυτικής Ελλάδας 2007-2013 και αποδόθηκαν στην τοπική κοινωνία και οικονομία 178 έργα».

«Επίσης, σημαντική είναι και η ενεργοποίηση των Ελληνικών Περιφερειών στα διάφορα Ευρωπαϊκά όργανα και δίκτυα. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με την Περιφέρεια του Μαρκέ Ιταλίας στη διεκδίκηση της EUSAIR και μέχρι πρότινος είχε την Προεδρία της Διαπεριφερειακής Ομάδας «Αδριατική-Ιόνιο» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών. Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι από τις 6 γεωγραφικές επιτροπές της CPMR, η Ελλάδα έχει την Προεδρία σε 2 από αυτές, με την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας στη Διαμεσογειακή Επιτροπή και την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου στην Επιτροπή των Βαλκανίων και της Μαύρης Θάλασσας», πρόσθεσε.

Απαραίτητο ένα πραγματικό μοντέλο πολυεπίπεδης διακυβέρνησης

Συνολικά, ο ίδιος δηλώνει ότι η Δυτική Ελλάδα θα συνεχίσει να διεκδικεί «τόσο σε εθνικό όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, την κατανόηση του μοναδικού ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν – τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα – οι Περιφέρειες και τη σημαντική συμβολή που μπορούν να έχουν τόσο σε επίπεδο πολιτικής (σχεδιασμός, λήψη αποφάσεων), όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο (υλοποίηση, συνεργασία)».

Τελικός στόχος είναι ένα θεμελιωμένο και ουσιαστικό μοντέλο πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, όπου θεσμοί και όργανα της ΕΕ, κράτη-μέλη, Κυβερνήσεις και Περιφέρειες θα λειτουργούν συμπληρωματικά και με κοινό όραμα.

X