Ανάδειξη του Αρχαϊκού Ναού Απόλλωνος στην Αρχαία Μητρόπολη με ευρωπαϊκούς πόρους

Naos_apollona_Mitropoli-euraoctive_1 [Alithianews.gr]

Ο αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα της αρχαίας Μητρόπολης, γνωστός και ως ναός του οπλίτη Απόλλωνα, ήταν εκατόμπεδος δωρικός ναός της αρχαϊκής εποχής αφιερωμένος στο θεό Απόλλωνα κοντά στη σημερινή Μητρόπολη του Νομού Καρδίτσας. Είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός που έχει σωθεί στην περιοχή της Θεσσαλίας και βρίσκεται στη θέση Λιανοκόκκαλα, 12 χιλιόμετρα δυτικά της Καρδίτσας και περίπου 2 χιλιόμετρα δυτικά της Μητρόπολης.

Η ανασκαφή του πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1994-1997 από τον Χαράλαμπο Ιντζεσίλογλου.

Η ανακάλυψη του ναού

Η Ελλάδα είναι γεμάτη αρχαία νεκροταφεία χωρίς να διαθέτει και ανάλογο αριθμό αρχαιολόγων για να τα ερευνήσουν. Έτσι η έρευνα στον χαμηλό λόφο που υπήρχε πιθανότητα να σκέπαζε κάποιους τάφους κρίθηκε ότι θα μπορούσε να περιμένει. Οι αρχαιοκάπηλοι όμως είχαν διαφορετική γνώμη και πρόλαβαν τους αρχαιολόγους. Τα ίχνη από τα παράνομα σκαψίματα οδήγησαν στην επέμβαση των αρχαιολόγων ενώ οι κεραμίδες κορινθιακού τύπου που βρέθηκαν στα σημεία όπου είχαν σκάψει οι αρχαιοκάπηλοι δημιούργησαν την υποψία πως ίσως κάτω από τον λόφο να κρύβεται κάτι μεγαλύτερο από απλούς τάφους. Ίσως υπήρχε εδώ κάποιο δημόσιο κτίριο της αρχαίας Μητρόπολης. «Έτσι ξεκίνησε η σωστική ανασκαφική έρευνα που ήταν ένας αγώνας δρόμου για να ολοκληρωθεί η ανασκαφή του υποτιθέμενου αρχαίου κτιρίου προτού ξαναχτυπήσουν οι αρχαιοκάπηλοι. Η επιτήρηση του χώρου αυξήθηκε και με νυκτερινές βάρδιες φύλαξης και μάλιστα για ένα διάστημα με ένοπλους αστυνομικούς» σύμφωνα με το Μπάμπη Ιντζεσίλογλου.

Ετσι ξεκίνησε η ανασκαφή με ένα μικρό συνεργείο σε αναζήτηση κάποιου αρχαίου κτιρίου τον Ιούνιο του 1994. Σύντομα άρχισαν να φανερώνονται πεσμένες στο χώμα οι πρώτες κολόνες από το νότιο πτερό και οι σωζόμενοι τεράστιοι γωνιόλιθοι των ορθοστατών του δυτικού τοίχου επιβεβαιώνοντας τις υποθέσεις των αρχαιολόγων ότι το εύρημα δεν ήταν ένα από τα συνηθισμένα για την περιοχή αρχιτεκτονικά λείψανα αλλά ένα δημόσιο κτίριο με μνημειακή μορφή. Στο τέλος της πρώτης ανασκαφικής περιόδου άρχισε να αποκαλύπτεται ότι δεν επρόκειτο για δημόσιο κτίριο αλλά για έναν αρχαϊκό ναό ο οποίος κάποτε στην αρχαιότητα είχε καταστραφεί από πυρκαϊά.

 

Ο ναός βρέθηκε έτσι όπως τον «πλάκωσε» η στέγη του όταν κατέρρευσε υποχωρώντας στη δύναμη της μεγάλης φωτιάς. Όλα τα μέλη του, οι λίθινοι κίονες και τα κιονόκρανα, αλλά και οι στυλοβάτες και οι τοίχοι του κτιρίου, ακόμη και το λατρευτικό άγαλμα, όλα έμειναν πεσμένα στο χώμα κάτω από το πυρακτωμένο στρώμα που σχηματίστηκε από τις καμένες κεραμίδες της στέγης. Στη σκιά μιας τραγικής και απροσδιόριστης στιγμής της Ιστορίας, τα ερείπια ενός αρχαϊκού ναού που λειτούργησε ως τον 2ο αι. π.Χ. έμειναν εκεί σαν σφραγισμένα από την καταστροφή, κρατώντας ένα θησαυρό από σημαντικές μαρτυρίες. Έτσι άρχισε να αποκαλύπτεται ο ναός.

Ο ναός έγινε επισκέψιμος

Με τα χρόνια ο ναός έγινε επισκέψιμος και πολλά καλοκαίρια η εφορία αρχαιοτήτων της Καρδίτσας, καλούσε τους πολίτες να τον γνωρίζουν, διοργανώνοντας εκδηλώσεις, κυρίως μουσικές με αφορμή το Αυγουστιάτικο φεγγάρι.

Ήρθε όμως η ώρα να γίνει ένα βήμα παραπάνω.

Η περιφέρεια Θεσσαλίας χρηματοδοτεί την Συντήρηση και ανάδειξη του Αρχαϊκού Ναού Απόλλωνος στην Αρχαία Θεσσαλική πόλη της Μητρόπολης Καρδίτσας.

Το συνολικό κόστος του έργου θα ανέλθει στο ποσό των 485 χιλιάδων € και συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) του Ε.Π. «ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ 2014 – 2020».

Το φυσικό αντικείμενο του έργου

Οι εργασίες συντήρησης που θα πραγματοποιηθούν αφορούν σε:

• Περισυλλογή και ταύτιση θραυσμάτων

• Καθαρισμό των επιφανειών

• Απομάκρυνση βιολογικών μικροοργανισμών

• Στερέωση των επιφανειών του δομικού υλικού (ψαμμίτης)

• Συγκόλληση θραυσμάτων

• Καθαρισμό και πλήρωση ρωγμών

• Απομάκρυνση κονιαμάτων προηγούμενων επεμβάσεων και συμπλήρωση τους με νέο κονίαμα

• Σφραγίσεις αρμών που προέκυψαν από τις εργασίες συντήρησης (συγκολλήσεις, ενέματα)

• Στερέωση των ωμοπλίνθων

• Μεταφορά και συστηματική συντήρηση των αρχιτεκτονικών μελών της βορειοανατολικής γωνίας του ανατολικού πτερού

• Προστασία και λήψη δειγμάτων των καμένων τμημάτων ξύλου και ανάλυσή τους για τη διερεύνηση της ταυτότητάς τους.

Θα τοποθετηθούν ενημερωτικά πόστερ στην είσοδο του χώρου για την πορεία των εργασιών συντήρησης και θα γίνει εκτύπωση

φυλλαδίου και σε γραφή Braille.

Στόχος είναι να δοθούν.

Πλήρως αποκατεστημένες οι λίθινες επιφάνειες του Αρχαϊκού Ναού του Απόλλωνα σύμφωνα με την μελέτη συντήρησης.

Τέλος θα τοποθετηθούν ενημερωτικά πόστερ στην είσοδο του χώρου για την πορεία των εργασιών συντήρησης και θα γίνει εκτύπωση φυλλαδίου και σε γραφή Braille.

Στοιχεία του ναού

Ο ναός είχε προσανατολισμό προς τα ανατολικά και με βάση τα σωζόμενα στη θέση τους κατώτερα τμήματα των σπονδύλων των κιόνων συμπεραίνουμε ότι διέθετε πέντε (5) δωρικού ρυθμού κίονες στις στενές πλευρές και έντεκα (11) στις μακριές κατασκευασμένους από ντόπιο μαλακό ψαμμόλιθο, όπως και όλα τα υπόλοιπα λίθινα αρχιτεκτονικά στοιχεία του. Βρέθηκε έτσι όπως τον καταπλάκωσε η στέγη του, όταν κατάρρευσε από φωτιά στα μέσα του 2ου αι π. Χ. σύμφωνα με τα κινητά ευρήματα, που βρέθηκαν μέσα στο στρώμα καταστροφής. Μετά από την πυρκαγιά εγκαταλείφθηκε. Όλα τα λίθινα στοιχεία του, οι κίονες, οι στυλοβάτες, οι ορθοστάτες, το λατρευτικό βάθρο αλλά και το λατρευτικό άγαλμα βρέθηκαν στη θέση που τα έριξε η φωτιά, κάτω ακριβώς από το στρώμα στάχτης και των πεσμένων κεραμιδιών της στέγης, το οποίο «σφράγισε» το ναό από τη στιγμή της καταστροφής του μέχρι την αποκάλυψή του. Στη διάρκεια της λειτουργίας του ο ναός φαίνεται ότι υπέστη επισκευές και μετατροπές, όπως σταδιακή αντικατάσταση ξύλινων στοιχείων με λίθινα, διαμόρφωση του εσωτερικού του σηκού και επισκευές στην κεράμωση της στέγης.

Παρά την εκτεταμένη καταστροφή του, η οποία είναι αναγνωρίσιμη ακόμη και σήμερα, ο ναός σώζεται σε μήκος 31,00 μ. και πλάτος 13,75 μ. Η μορφολογία των κιόνων του είναι αυτή που καθιστά το ίδιο το μνημείο μοναδικό. Αυτό που τους διαφοροποιεί από τον κανονικό δωρικό ρυθμό είναι η ανάγλυφη διακόσμηση από επαναλαμβανόμενα μοτίβα κλειστών και ανοιχτών ανθέων λωτού, που καταλαμβάνει ολόκληρο τον εχίνο τους. Επιπλέον τα κιονόκρανα παρουσιάζουν μεταξύ τους μορφολογικές διαφορές, τόσο ως προς το προφίλ του εχίνου, όσο και ως προς το σχέδιο της ανάγλυφης διακόσμησης, που διαφέρει από κιονόκρανο σε κιονόκρανο. Οι διαφορές αυτές πιθανόν υποδεικνύουν ότι ο ναός είχε αρχικά κατασκευαστεί με ξύλινους κίονες στο πτερό, οι οποίοι σταδιακά αντικαταστάθηκαν με λίθινους και ίσως από διαφορετικούς τεχνίτες. Οι μετατροπές αυτές πρέπει να έγιναν σε μεγάλο χρονικό διάστημα γεγονός που ενισχύεται από τις διαφορές που εμφανίζονται στο πάχος των κιόνων, στις διαστάσεις των τυμπάνων και στα κιονόκρανα.

Ο σηκός διαστάσεων 24,00 Χ 8,50 μ. ήταν στην α΄ φάση του μονομερής με πιθανή είσοδο στην ανατολική πλευρά του, η οποία έχει υποστεί μαζί με το ανατολικό τμήμα του πτερού και τη μεγαλύτερη καταστροφή από τις συνεχόμενες λαθρανασκαφές. Οι τοίχοι του ήταν κτισμένοι στο κατώτερο τμήμα τους με ορθοστάτες από τον ίδιο μαλακό ψαμμόλιθο και πάνω από αυτούς με ωμές πλίθρες. Το εσωτερικό του αποκαλύφθηκε γεμάτο από τμήματα καμένων και διαλυμένων πλιθιών των τοίχων και το δάπεδό του καλύπτονταν από ένα πυκνό στρώμα από πεσμένα κεραμίδια στέγης με κατά τόπους ίχνη καμένου οργανικού υλικού (ξύλου), και στάχτης, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά. Με τη σταδιακή αφαίρεση του στρώματος καταστροφής διαπιστώθηκε ότι ο σηκός είχε στον κατά μήκος άξονα του μία εσωτερική κιονοστοιχία από πέντε (5) ξύλινους κίονες ή πεσσούς, όπως δηλώνουν οι σωζόμενες λίθινες βάσεις τους, που υποβάσταζαν το βάρος της στέγης και μια παραστάδα στο μέσον του δυτικού τοίχου. Το δάπεδό του, όπως και το δάπεδο των πτερών φαίνεται πως ήταν πήλινο.

Στο μέσον περίπου του σηκού μπροστά από τον τρίτο κίονα της εσωτερικής κιονοστοιχίας και σε επαφή με αυτόν υπάρχει ορθογώνιο βάθρο για τα λατρευτικά αγάλματα του ναού. Πεσμένο πάνω και δίπλα σε αυτό βρέθηκε σε τρία μέρη το χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα στον τύπο του οπλίτη. Το γεγονός ότι βρέθηκε πάνω στο βάθρο, στην ίδια σχεδόν θέση, όπου λατρεύονταν για αιώνες, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι το άγαλμα είναι λατρευτικό. Το άγαλμα ύψους 0,82 μ., με βάση τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι π.Χ.. Η μορφή φορά στο κεφάλι κωνικό κράνος με επαυχένιο, θώρακα στο στήθος, στα χέρια περιβραχιόνια και περιπήχια και στα πόδια περικνημίδες. Από τη στάση των χεριών υποθέτουμε πως στο σηκωμένο δεξί χέρι ο θεός κρατούσε δόρυ από το οποίο σώζεται το ανώτερο τμήμα του, ενώ στο αριστερό πιθανόν τόξο.

Η λατρεία του θεού Απόλλωνα (Άπλουν στη θεσσαλική διάλεκτο) με διάφορες επικλήσεις και τοπικές λατρείες ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στην αρχαία Θεσσαλία. Η ταύτιση του χάλκινου αγάλματος με τη θεϊκή μορφή του Aπόλλωνα αν και αρχικά προβληματική, καθώς η απεικόνιση του θεού ως οπλίτη και μάλιστα με πλήρη εξοπλισμό, είναι σπάνια, επιβεβαιώνεται από το κείμενο μιας ενεπίγραφης αναθηματικής στήλης του 4ου αι. π.Χ. που βρέθηκε σε κομμάτια μέσα στο σηκό του ναού. Τέλος από παραστάσεις νομισμάτων της αρχαίας Μητρόπολης στην περιφέρεια της οποίας βρίσκονταν ο ναός, επιβεβαιώνεται η λατρεία του Απόλλωνα στην πόλη.

Σε μία δεύτερη οικοδομική φάση φαίνεται πως διαμορφώθηκε άδυτο με την προσθήκη ενός εγκάρσιου τοίχου από ωμά πλιθιά στο πίσω δυτικό τμήμα του σηκού, Κατά τον ανασκαφέα, με την ίδια οικοδομική φάση θα πρέπει να συσχετιστούν η επέκταση του μήκους του λατρευτικού βάθρου και η κατασκευή κτιστού από ωμά πλιθιά θρανίου στην εσωτερική παρειά του βόρειου τοίχου του σηκού και κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του τοίχου του αδύτου.

Ο ναός διέθετε δίρριχτη στέγη, που σχημάτιζε αετώματα στις στενές πλευρές του ναού με ξυλοδεσιά εσωτερικά και πήλινα κεραμίδια. Κατά τις ανασκαφές δεν βρέθηκε κανένα λίθινο αρχιτεκτονικό μέλος που θα μπορούσε να αποδοθεί σε επιστύλιο ή τρίγλυφα και μετόπες, έτσι θεωρείται ότι ο θριγκός του ναού ήταν ξύλινος και δεν πρόλαβε ποτέ να αντικατασταθεί με λίθινα στοιχεία, όπως σε άλλους σύγχρονούς του μνημειώδεις ναούς. Tα κεραμίδια ήταν κορινθιακού τύπου και στις μακριές πλευρές του ναού κατέληγαν σε ακροκέραμα με συμφυείς διακοσμημένους ηγεμόνες καλυπτήρες και στρωτήρες χωρίς σίμη. Τα ακροκέραμα είχαν πεντάπλευρη απόληξη με ανάγλυφα άνθη και βλαστούς. Σε αρκετά από τα κεραμίδια σώζονται τετράγωνα σφραγίσματα με τα ονόματα είτε κεραμέων είτε δημοσίων προσώπων, όπως και αναφορά του εθνικού ονόματος των Μητροπολιτών που υποδηλώνουν ότι η στέγη υπέστη τουλάχιστον δύο επισκευές μέσα στον 3ο και 2ο αι. π.Χ.. Στις στενές πλευρές του ο ναός διέθετε αετώματα πιθανόν με πήλινες γλυπτές συνθέσεις από τις οποίες βρέθηκαν μόνο ελάχιστα θραύσματα. Μόνο πάνω από τα αετώματα φαίνεται να υπήρχε σίμη και γείσο τα μέτωπα των οποίων έφεραν γραπτή διακόσμηση με ζώνες πλοχμού και γεωμετρικά μοτίβα. Πιθανή είναι και η ύπαρξη ακρωτηρίων τουλάχιστον στην κορυφή των αετωμάτων, καθώς βρέθηκε σε τμήματα πήλινη προτομή ίππου σχεδόν σε φυσικό μέγεθος η οποία αποτελούσε μάλλον το κεντρικό ακρωτήριο του αετώματος πάνω από την ανατολική είσοδο του ναού.

Ο αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα είναι ο καλύτερα διατηρημένος αρχαίος μνημειακός ναός στη Θεσσαλία. Εκτός από εξαιρετικό παράδειγμα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής μέσα από τη μοναδικότητα και τους νεωτερισμούς του, δίνει σημαντικές πληροφορίες για τις ιστορικές εξελίξεις και τις λατρευτικές πρακτικές της περιοχής και ως μνημείο εξελίσσονταν παράλληλα με αυτές μέσα στο πέρασμα των αιώνων.

[το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα Αλήθεια Καρδίτσας και το alithianews.gr και αναδημοσιεύεται στην EURACTIV.gr στο πλαίσιο του έργου «Η Συνοχή Δίπλα μας»]

X