Συνέντευξη με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Περιφερειών

michel-lebrun.jpg

Η μεγαλύτερη αποκέντρωση και αυτονομία σε συνδυασμό με περισσότερες αρμοδιότητες σε περιφέρειες και κοινότητες, έχουν αποδειχθεί σημαντικοί παράγοντες για την επίτευξη καλής διακυβέρνησης, βελτιώνοντας την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες και ενισχύοντας την δημοκρατική σταθερότητα, σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Περιφερειών, Michel Lebrun, που μίλησε στην EurActiv Ελλάδος.

Σε συνέντευξή του στην EurActiv Ελλάδος στο περιθώριο της Ευρωπαϊκής Εβδομάδας Περιφερειών και Πόλεων στις Βρυξέλλες, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Περιφερειών μίλησε για την αδυναμία ορισμένων κρατών μελών να απορροφήσουν κονδύλια εν μέσω κρίσης καθώς και τον στόχο του συμβουλευτικού οργάνου της ΕΕ να ενισχύσει τη συνεργασία του με τα Γραφεία Πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε καθένα από τα κράτη μέλη, τις αντιπροσωπείες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και το δίκτυο Europe Direct.

Αναφορικά με τις τάσεις αποκέντρωσης που βιώνει σήμερα η Ευρώπη, πχ η Καταλονία και η Σκωτία, ο Ευρωπαίος αξιωματούχος επεσήμανε ότι η Επιτροπή Περιφερειών τάσσεται υπέρ της μεγαλύτερης αυτονομίας στις περιφέρειες και τις κοινότητες, αλλά εάν αποσχιστεί κάποιο έδαφος, τότε αυτό θα πρέπει να κάνει εκ νέου αίτημα για ένταξη στην ΕΕ.

 

Ακολουθεί η συνέντευξη:

 

Υπάρχει ισχυρή κριτική για την απουσία των περιφερειών από τις συζητήσεις για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο από τη μία πλευρά, και από την άλλη για την κακή επίδοση πολλών περιφερειών (κυρίως στο Νότο) στο πλαίσιο της απορρόφησης κονδυλίων και στο ζήτημα της διαφάνειας. Τι άποψη έχει η Επιτροπή Περιφερειών για το θέμα;

Η Επιτροπή των Περιφερειών είναι ένα συμβουλευτικό όργανο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ και έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο να ακουστεί η φωνή των περιφερειών και των πόλεων  κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Χάρη σε αυτές τις προσπάθειες, με προϋπολογισμό άνω των € 350 δις που αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ, η πολιτική για τη συνοχή έχει επιβεβαιωθεί ως το κύριο εργαλείο για την πραγματοποίηση επενδύσεων στην Ευρώπη. Αυτό είναι ένα τεράστιο επίτευγμα αν λάβουμε υπόψη τις επίμονες εκκλήσεις για περικοπές στον προϋπολογισμό της ΕΕ, την παλίρροια του σκεπτικισμού εναντίον της ιδέας για την προώθηση της σύγκλισης μεταξύ των οικονομιών της ΕΕ, και τις προσπάθειες «επανεθνικοποίησης» των αναπτυξιακών πολιτικών σε ορισμένα κράτη μέλη.

Ωστόσο, είχαμε να υπερασπιστούμε τα κονδύλια της πολιτικής συνοχής, ενώ σε ορισμένα κράτη μέλη, οι εθνικές και περιφερειακές κυβερνήσεις δεν κατάφεραν να επωφεληθούν από τις ευκαιρίες που προσφέρει. Η κατάσταση στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή.

Στο τελευταίο μέρος της προγραμματικής περιόδου, οι καθυστερήσεις στις δαπάνες έχουν μειωθεί. Παρ ‘όλα αυτά, κατά την χειρότερη φάση της κρίσης, πολλές εθνικές και περιφερειακές διοικήσεις είχαν τεράστιες δυσκολίες στην εξεύρεση των πόρων που απαιτούνται για να συμμετάσχουν με τα ταμεία της ΕΕ στην συγχρηματοδότηση. Το ανώτατο όριο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που εφαρμόζεται στο σύνολο των δαπανών κατέστησε αδύνατο για αυτούς να επενδύσουν τα χρήματα που απαιτούνται για την κινητοποίηση κεφαλαίων για τη συνοχή χωρίς την τήρηση των ανώτατων ορίων του Συμφώνου. Αυτό είναι ένα θέμα που έθιξα με τη νέα Επιτροπή. Είμαι βέβαιος ότι τα κράτη της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα είναι πολύ προσεκτικοί με τις ανησυχίες μας.

Ποια είναι η απάντηση των περιφερειών στην οικονομική κρίση;

Η έξοδος από την οικονομική κρίση, έχει αποδειχθεί ότι είναι ως επί το πλείστον μια περιφερειακή πρόκληση, καθώς το 60% των επενδύσεων που πραγματοποιούνται από τις τοπικές και περιφερειακές αρχές έχουν γίνει με τη βοήθεια της πολιτικής για τη συνοχή.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι περιφέρειες και οι πόλεις είναι οι μόνες μηχανές που είναι σε θέση να κάνουν επανεκκίνηση της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας, να ενισχύσουν την καινοτομία και να συνεισφέρουν στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας μέσω της κινητοποίησης των τοπικών πηγών ενέργειας και των κεφαλαίων για συγκεκριμένες προτεραιότητες.

Ο προϋπολογισμός της ΕΕ για την περιφερειακή πολιτική (€ 450 δις – συμπεριλαμβανομένης της εθνικής και περιφερειακής συγχρηματοδότησης) θα πρέπει να κατευθύνεται προς τις προτεραιότητες, όπως η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την καινοτομία, την εκπαίδευση, την οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τις υποδομές. Μια ισχυρότερη επικέντρωση σε περιορισμένο αριθμό στόχων θα επιτρέψει μια ισχυρότερη και πιο άμεση οικονομική ανάπτυξη καθώς και δημιουργία θέσεων εργασίας.

Θεωρείτε πως η Επιτροπή Περιφερειών θα πρέπει να αναλάβει έναν πιο θεσμικό ρόλο στην επόμενη συνθήκη- να μετασχηματιστεί σε ένα πραγματικό αντιπροσωπευτικό όργανο των περιφερειών της ΕΕ;

Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση όπου η βιώσιμη ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας επιτυγχάνονται ολοένα και περισσότερο μέσα από στοχευμένες δράσεις σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, υπάρχει σαφής ανάγκη για μεγαλύτερη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών εκπροσώπων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θα ήθελα η Επιτροπή των Περιφερειών να εξελιχθεί σε μια «Ευρωπαϊκή Γερουσία των Περιφερειών». Αυτή η «Ευρωπαϊκή Γερουσία» θα απαιτεί, βέβαια, μια πιο ενδελεχή συζήτηση στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης ευρωπαϊκής σύμβασης, κάτι που θα ήθελα να είμαι στην ευχάριστη θέση να δω να αποδίδει καρπούς μακροπρόθεσμα. Πιο συγκεκριμένα, αυτό θα επιτρέψει στις περιφερειακές και τοπικές αρχές της ΕΕ να συμμετάσχουν και να αποφασίσουν σχετικά με τα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή.

Λαμβάνοντας υπόψη τη Σκωτία, την Καταλονία και για κάποιους, ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, φαίνεται ότι η περιφερειοποίηση κερδίζει έδαφος στην Ευρώπη. ποια είναι η θέση της Επιτροπής Περιφερειών επί του θέματος;

Η Επιτροπή των Περιφερειών δεν λαμβάνει θέση σχετικά με τις εσωτερικές συνταγματικές ρυθμίσεις των κρατών μελών. Ωστόσο, εμείς θεωρούμε την αποκέντρωση και την περιφερειοποίηση ως βασικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της δημοκρατίας και της εγγύτητας προς τους πολίτες.

Όσον αφορά στη διαδικασία αποκέντρωσης που βιώνει σήμερα η Ευρώπη, η Επιτροπή Περιφερειών υιοθέτησε γνωμοδότηση για το συγκεκριμένο θέμα. Είμαστε της άποψης ότι κάθε περιοχή που αποσχίζεται από ένα κράτος μέλος θα πρέπει να κάνει αίτημα για να γίνει ένα νέο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεν είναι αντιφατικό που η Επιτροπή Περιφερειών έχει γραφεία μόνο στις Βρυξέλλες; Σκέφτεστε να δημιουργήσετε αντιπροσωπείες σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να αυξήσετε την προβολή και τις συνέργειες;

Κατά κάποιο τρόπο, η Επιτροπή έχει περισσότερα από ένα γραφείο εκπροσώπησης σε κάθε κράτος μέλος, δεδομένου ότι μπορεί να υπολογίζει στους «Ευρωπαίους πρεσβευτές» της. Τα μέλη μας, οι τοπικοί και περιφερειακοί αιρετοί εκπρόσωποι, δρουν για να εκπροσωπήσουν τη φωνή των πολιτών τους στον ευρωπαϊκό χώρο, ενώ την ίδια στιγμή φέρνουν την Ευρώπη σε τοπικό επίπεδο, στο πλαίσιο των καθημερινών τους δραστηριοτήτων.

Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί για την αποκέντρωση των ενεργειών της, με την έννοια της βελτίωσης της επικοινωνίας της με τους πολίτες. Με αυτό κατά νου, η Επιτροπή και τα μέλη της είναι πρόθυμοι να ενισχύσουν τη συνεργασία με τα Γραφεία Πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε καθένα από τα κράτη μέλη, τις αντιπροσωπείες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και το δίκτυο Europe Direct.

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις αρμοδιότητες που έχουν οι περιφέρειες στα κράτη μέλη της ΕΕ. Ποιο μοντέλο προτιμάτε;

Θα ήθελα να μιλήσω για αυτό που γνωρίζω καλύτερα: το Βέλγιο. Ως ένθερμος υποστηρικτής της αποκέντρωσης, της περιφερειακής αυτονομίας και της τοπικής αυτοδιοίκησης, το βελγικό «μοντέλο» είναι προφανώς πολύ αγαπητό στην καρδιά μου.

Το Βέλγιο είναι στην πραγματικότητα ένα από τα πιο αποκεντρωμένα κράτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως μέρος μιας ομοσπονδιακής δομής, οι βελγικές περιφέρειες έχουν εκτεταμένες εξουσίες, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους σε σχέση με την οικονομία, την απασχόληση, τη στέγαση, τα δημόσια έργα, την ενέργεια, τις μεταφορές, το περιβάλλον, το εξωτερικό εμπόριο, και ούτω καθεξής.

Η έκτη μεταρρύθμιση του Βελγικού Κράτους από το 2011 προχωρεί ακόμη περισσότερο στη διαδικασία αποκέντρωσης, με τη μεταφορά πρόσθετων αρμοδιοτήτων από το ομοσπονδιακό κράτος σε Περιφέρειες και Κοινότητες, ενισχύοντας παράλληλα τη δημοσιονομική αυτονομία της περιοχής.

Το βελγική διοικητικό και πολιτικό σύστημα προφανώς δεν είναι τέλειο – κανένα σύστημα δεν μπορεί να είναι – αλλά ο υψηλός βαθμός αυτονομίας που έχει δοθεί στις υπο-εθνικές οντότητές του, έχει αποδειχθεί σημαντικός παράγοντας για την επίτευξη καλής διακυβέρνησης, τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών προς τους πολίτες και την ενίσχυση της δημοκρατικής σταθερότητας

X