Η δυσάρεστη αλήθεια για τους επικριτές της Στρατηγικής για τα Δάση της ΕΕ

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

«Για τα πιο εμβληματικά πρωτογενή δάση, η βιοποικιλότητα πρέπει να έχει προτεραιότητα, καθώς η παραγωγή ξύλου μειώνει αναπόφευκτα τον βιότοπο πολλών ειδών». [Genevieve Engel / EP]

Η κατακραυγή κατά της νέας Στρατηγικής για τα Δάση της ΕΕ προκαλεί τεράστιους προβληματισμούς. Σηματοδοτεί πως οι χώρες της ΕΕ και ο ιδιωτικός τομέας, καθώς και μια ομάδα νομοθετών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αρνούνται να παραδεχτούν πώς τα δάση της Ευρώπης αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, υποστηρίζουν οι Anna Deparnay-Grunenberg και Michal Wiezik.

Ο Michal Wiezik είναι Σλοβάκος ευρωβουλευτής στην ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και η Anna Deparnay-Grunenberg κατάγεται από τη Γερμανία και είναι ευρωβουλευτής των Πρασίνων.

Τον κώδωνα του κινδύνου για τα δάση της Ευρώπης έκρουσε αυτόν τον μήνα το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Διαπιστώθηκε ότι τα πολυτιμότερα δάση της Ευρώπης – εκείνα που υποτίθεται ότι προορίζονται για ειδική προστασία βάσει της οδηγίας για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και αντιπροσωπεύουν το 23% του συνόλου των δασών της ΕΕ – βρίσκονται κυρίως υπό «κακή ή ανεπαρκή κατάσταση διατήρησης».

Σε εξίσου ανησυχητικό τόνο, η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποκαλύπτει επίσης ότι η ακριβής κατάσταση του υπόλοιπου 77% των μη προστατευόμενων δασών παραμένει «άγνωστη». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν εναρμονισμένες και συγκρίσιμες πληροφορίες για τα δάση ολόκληρης της ΕΕ, ακόμη και για τις πιο βασικές.

Επιπρόσθετα, η έκθεση αναφέρει ότι η ικανότητα των ευρωπαϊκών δασών να αποθηκεύουν άνθρακα έχει μειωθεί κατά 28% από το 2013 έως το 2018, ενώ η απώλεια δέντρων έχει αυξηθεί στο 19% των δασικών εκτάσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, σύμφωνα με στοιχεία μιας άλλης πρόσφατης μελέτης.

Είναι αδύνατο να βρεθεί μια λύση χωρίς σαφή εικόνα του προβλήματος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ορθώς εντόπισε τα κενά και στη δασική στρατηγική της, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο, πρότεινε έναν νέο νόμο για τη «Δασική Παρατήρηση», την υποβολή εκθέσεων και τη συλλογή δεδομένων. Με αυτόν τον τρόπο, θα βελτιωθεί η ακρίβεια της παρακολούθησης των δασών.

Ποιος τροφοδοτεί τον ευρωσκεπτικισμό;

Έκτοτε, η Επιτροπή έχει αντιμετωπίσει μια τεράστια αντίδραση από αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ, τον δασικό τομέα και συνασπισμένους ευρωβουλευτές, οι οποίοι αντιστέκονται στις προσπάθειες να «ανοίξουν τα χαρτιά τους» σε έναν ευρύτερο έλεγχο.

Η εχθρότητά τους απέναντι στη διαφάνεια ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος διαφαίνεται στις κατηγορίες που προσάπτουν στην Επιτροπή περί «κατάχρησης εξουσίας» ή ακόμη και ότι τροφοδοτεί τον ευρωσκεπτικισμό.

Αντιθέτως, αυτό που πυροδοτεί τον ευρωσκεπτικισμό είναι οι ψευδείς ισχυρισμοί ότι η ΕΕ αναλαμβάνει τον έλεγχο ενός τομέα πολιτικής στον οποίο δεν έχει αρμοδιότητα.

Το μήνυμα αυτό, που διακινείται από επικριτές της Στρατηγικής για τα Δάση, είναι λανθασμένο . Δυστυχώς δεν προέρχεται μόνο από τις τάξεις της ακροδεξιάς, αλλά και από τα κεντροδεξιά και φιλελεύθερα κόμματα. Ενισχύεται ακόμη και από ορισμένους πολιτικούς που υπερασπίζονται το κράτος δικαίου.

Η συνετή και ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων, η προστασία της φύσης, ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής και η προσαρμογή σε αυτήν είναι όλοι τομείς στους οποίους η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν από κοινού την αρμοδιότητα να δράσουν. Σε αυτούς τους τομείς, όμως, υπάρχει απελπιστική ανάγκη να επιτευχθούν αποτελέσματα.

Τα δάση είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη των παραπάνω στόχων: όταν είναι υγιή, αποθηκεύουν διοξείδιο του άνθρακα (CO2), καθαρίζουν τα νερά μας, μας προστατεύουν από τις πλημμύρες και φιλοξενούν απίστευτη βιοποικιλότητα. Επιπλέον, είναι πανέμορφα και ευνοούν τη σωματική και την ψυχική υγεία του ανθρώπου.

Η παρακολούθηση, λοιπόν, των δασών και των οικοσυστημάτων τους με συντονισμένο, έγκαιρο, συχνό και διαφανή τρόπο είναι ζωτικής σημασίας για να επιτύχουμε τα παραπάνω.

Ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που χρειάζεται ευρωπαϊκή λύση

Η κατακραυγή κατά της προτεινόμενης πρωτοβουλίας είναι πραγματικά απορίας άξια: σηματοδοτεί ότι τα κράτη μέλη και ο ιδιωτικός τομέας αρνούνται την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος – ένα πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί από την ΕΕ.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι ο «κύριος λόγος» για τη φθορά της υγείας των δασών είναι «η άνοδος των ρυθμών υλοτομίας». Η άνοδος αυτή οφείλεται στην εκρηκτική αύξηση της ζήτησης ξύλου την τελευταία δεκαετία – κυρίως για βιοενέργεια.

Θεωρώντας την καύση δέντρων για βιοενέργεια ως κλιματικά ουδέτερη και επιδοτώντας την για την επίτευξη των στόχων της αναφορικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ΕΕ έχει δημιουργήσει τεράστια ζήτηση για ξύλο. Αυτό οδηγεί σε αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς άλλοι χρήστες βιομάζας δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις επιδοτήσεις που λαμβάνει η βιομηχανία βιοενέργειας εντός της ΕΕ.

Ο αθέμιτος ανταγωνισμός θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο την υφιστάμενη και με υψηλή προστιθέμενη αξία βιομηχανία ξύλου, αλλά και τα δάση – ιδίως εκείνα που έχουν διατηρήσει τη φυσική τους δομή και βιοποικιλότητα, όπως οι τεράστιες εκτάσεις πρωτογενούς δάσους που βρίσκονται ακόμη στα Καρπάθια ή στη Σκανδιναβία.

«Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο ρόλος των δασών είναι να ικανοποιούν ισορροπημένες απαιτήσεις για ξύλο και να παρέχουν ένα ζωντανό περιβάλλον για τη φύση και την κοινωνία. Θα αποτύχουμε να αποτρέψουμε την κλιματική κατάρρευση και την απώλεια της βιοποικιλότητας αν δεν διασφαλίσουμε την υγεία των φυσικών δασών» υποστηρίζουν, οι Anna Deparnay-Grunenberg και Michal Wiezik.

«Είμαστε εξίσου πεπεισμένοι ότι είναι δυνατή μια εποικοδομητική συζήτηση μεταξύ των υποστηρικτών του δασικού τομέα και εκείνων που απαιτούν την προστασία αυτών των πολύτιμων οικοσυστημάτων. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: δεν υπάρχει κανένα πραγματικό οικονομικό ή οικολογικό όφελος από τη συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης (της αυξανόμενης ζήτησης για ξύλο)».

Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουσα κατάσταση βασίστηκε σε ψέματα και στην περιφρόνηση του περιβαλλοντικού πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης.

Για τα πιο εμβληματικά πρωτογενή δάση, η βιοποικιλότητα πρέπει να έχει προτεραιότητα, καθώς η παραγωγή ξύλου μειώνει αναπόφευκτα τον βιότοπο πολλών ειδών.

Είναι σημαντικό να ξεκινήσουμε έναν διάλογο. Από τη δική μας πλευρά οι όροι αυτού του διαλόγου είναι απλοί: πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία, να περιλαμβάνει τον περιβαλλοντικό πυλώνα και να αντιμετωπίζει τη δυσάρεστη αλήθεια: ότι η τρέχουσα δασική εκμετάλλευση οδηγεί στην υποβάθμιση των δασών και επιδεινώνει τη βιοποικιλότητα και την κλιματική κρίση.

Δεν πρόκειται για σκόπιμη βλάβη, αλλά για ένα ολόκληρο σύστημα στο οποίο πιστεύαμε ότι τα οικοσυστήματα δεν μπορούν να εξαντληθούν.

«Γνωρίζουμε τώρα ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις και πρέπει να τις επιδιώξουμε μαζί.» λένε καταληκτικά οι Anna Deparnay-Grunenberg και ο Michal Wiezik.