Η άνιση σχέση φορολογίας και ανάπτυξης

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Στην Ελλάδα η φοροδιαφυγή είναι εκτεταμένη και ο περιορισμός της δεν είναι απλή υπόθεση.

Είναι βέβαιο ότι η φορολογία εταιρικών κερδών κρίνεται ως η πλέον επιβλαβής στην οικονομική μεγέθυνση μιας χώρας, καθώς αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε επενδύσεις και βελτίωση της παραγωγικότητάς τους.

*Ο κ. Θάνος Νιφόρος διετέλεσε σύμβουλος επενδύσεων του Υπουργού Επικρατείας για την περίοδο 2015-2016 και συνεργάτης της Αναπτυξιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, OPIC, για την περίοδο 2013 -2015 καθώς και στέλεχος επενδυτικής και ιδιωτικής τραπεζικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, ο φόρος αυτός μπορεί να επηρεάσει και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ceteris paribus, στον βαθμό φυσικά που άλλες χώρες προχωρήσουν σε ανταγωνιστικές μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Οι φόροι που πληρώνονται από μια επιχείρηση αποτελούν μια εκροή, η οποία υπάρχει μόνο σε περίπτωση κερδοφορίας (δηλ. όταν η επιχείρηση εμφανίζει ζημιά δεν πληρώνει φόρους. Μάλιστα, μπορεί να μεταφέρει τη ζημιά αυτή σε μελλοντικές περιόδους και να την συμψηφίσει με τυχόν κέρδη). Οι φόροι αντιστοιχούν σε ένα ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος της επιχείρησης, το ύψος του οποίου καθορίζεται από την αντίστοιχη νομοθεσία.

Για παράδειγμα, προκειμένου να υπολογιστεί το φορολογητέο εισόδημα μιας εταιρείας αφαιρούνται από τα μεικτά της κέρδη οι τόκοι και οι αποσβέσεις. Επειδή ο τρόπος υπολογισμού των φόρων επιδρά σημαντικά στην αποδοτικότητα της επένδυσης, κατά την αξιολόγηση επενδυτικών σχεδίων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές φορολογικές διατάξεις.

Και αυτό γιατί, η επίδραση του φορολογικού συστήματος στην οικονομία δεν εξαρτάται μόνο από τους φορολογικούς συντελεστές, αλλά από το σύνολο διατάξεων και διαδικασιών που συνεπάγεται η φορολογική νομοθεσία. Από την λειτουργία δηλαδή της φορολογικής διοίκησης έως το σύστημα επίλυσης διαφορών.

Στην Ελλάδα η φοροδιαφυγή είναι εκτεταμένη και ο περιορισμός της δεν είναι απλή υπόθεση. Επιπλέον, οι φόροι περιουσίας – που θεωρούνται φιλικοί προς την ανάπτυξη, δεν έχουν ενισχύσει ακόμα την επενδυτική διαδικασία συμβάλλοντας σημαντικά στην οικονομική πίεση των πολιτών. Συνεπώς, με τις δυνατότητες για περαιτέρω αύξηση των συντελεστών να έχουν εξαντληθεί, η μείωση της φορολογίας παρακρατούμενων κερδών πρέπει να διαμορφωθεί ανάλογα προκειμένου να τονωθούν τα κίνητρα για επενδύσεις.

Το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη στον πρωτογενή και μεταποιητικό τομέα και θεωρώ ότι επιπλέον χρειάζεται να θεσμοθετηθεί ενιαίος φορολογικός συντελεστής για τα εισοδήματα, καθώς και ένας ενιαίος συντελεστής ΦΠΑ για να παταχθεί η φοροδιαφυγή και να τονωθεί η ζήτηση. Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα φορολογικό σύστημα συνταγματικά κατοχυρωμένο, το οποίο θα αποτελέσει μοχλό για την επανεκκίνηση της οικονομίας, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας ώστε να μειωθεί σταδιακά η ανεργία και η εξαγωγή ανθρώπινου κεφαλαίου και να διασωθούν Ελληνικές επιχειρήσεις.

Άλλωστε, με την αριστοποίηση του φορολογικού συντελεστή, η μειωμένη φορολογία μπορεί μετά τη σχετική περίοδο μετάβασης να αποδώσει μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα, αφού η μείωση του συντελεστή φορολογίας μπορεί να οδηγήσει σε ποσοτική και ποιοτική αύξηση της φορολογικής βάσης.

Αν δηλαδή αφεθούν οι εταιρείες, τρέχουσες και μελλοντικές, να αναπτυχθούν, να επεκταθούν, να προσλάβουν περισσότερους εργαζομένους και να δαπανήσουν περισσότερα κεφάλαια στις περιοχές που λειτουργούν, η φορολογία επί των κερδών τους αλλά και ο πολλαπλασιαστής του εισοδήματος των φυσικών προσώπων θα φέρει πολλαπλάσια έσοδα στο κράτος.

Η χώρα βρίσκεται σαφώς και δεν χωράει ουδεμία αμφισβήτηση στον διεθνή επενδυτικό χάρτη και αυτό αποδεικνύεται τόσο:

α) από τη ψήφο εμπιστοσύνης που δίνουν τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια τα οποία παρακολουθούν στενά τη μακροοικονομική σταθερότητα και τοποθετούνται σταδιακά η έχουν εκφράσει ρητώς την επιθυμία τους να τοποθετηθούν με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, τόσο με άμεσες όσο και με έμμεσες επενδύσεις,

καθώς επίσης,

β) από το γεγονός ότι θεωρούν τη χώρα ελκυστική, λόγω του τεράστιου συγκριτικού πλεονεκτήματος που είναι το φυσικό της περιβάλλον και η πολιτιστική της κληρονομία, αλλά και ως ένα σημαντικό κόμβο για επενδύσεις με σημαντικό χώρο ανάπτυξης σε μια σειρά οικονομικών κλάδων όπως οι μεταφορές, τα δίκτυα και η ψηφιακή οικονομία, το διαμετακομιστικό εμπόριο, η παραδοσιακή αλλά και η ενναλακτική ενέργεια, η κυκλική οικονομία, η αγροτική παραγωγή και μεταποίηση καθώς και ο τουρισμός και η αξιοποίηση ακινήτων.

Ωστόσο, πέρα και από τις μακροοικονομικές εξελίξεις και τη φορολογική μεταχείριση των επενδυτών, το σημαντικότερο ίσως από όλα είναι η εξάλειψη της αοριστίας του θεσμικού πλαισίου και η επιτάχυνση των διαδικασιών στην αδειοδότηση.

Η διασφάλιση στη παροχή ωφελειών για την υλοποίηση της επένδυσης από μια ξεκάθαρη και ορατή αδειοδοτική διαδικασία με δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, τόσο από τη διοίκηση όσο και από τον επενδυτή, ώστε να διασφαλιστεί και από τα δύο μέρη μια ομαλή ροή υλοποίησης της επένδυσής αλλά και παρακολούθησης μετά την ολοκλήρωση της και να επιλύονται στοχευμένα τα προβλήματα που ενδέχεται να ανακύπτουν σε οποιοδήποτε στάδιο της αδειοδότησης – υλοποίησης.

Για τους επενδυτές σε μία χώρα, η σταθερότητα στη νομοθεσία και τη φορολογία σημαίνει τη διαφορά μεταξύ του κέρδους και της ζημίας, συνεπώς και την απόφαση για το αν ο επενδυτής θα επιλέξει μία χώρα για την επένδυση του. Αν υπάρχει η σταθερότητα, ή τουλάχιστον η ευλόγως προσδοκώμενη σταθερότητα, οι επενδυτές μπορούν να σχεδιάσουν τη μελλοντική εξέλιξη της επένδυσης τους απερίσπαστοι.

Η «θεσμική μνήμη» είναι ένα από τα εργαλεία πάνω στα οποία θα στηριχτεί ο επενδυτής ώστε να καταφέρει να προϋπολογίσει την πορεία της επένδυσης του και να κινηθεί στο δρόμο που έχει χαράξει.