Τράπεζες: Τα δύσκολα σημεία και οι εκτιμήσεις για το stress test

Negotiations on the Debt Cut drag on

O χειρισμός, σε πανευρωπαϊκή βάση, των δανείων, τα οποία εισήλθαν σε αναστολή καταβολής δόσεων αποτελεί τον αστάθμητο παράγοντα της εν εξελίξει άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test), με τις εγχώριες συστημικές τράπεζες να ξεκινούν πάντως από σχετικά ασφαλή αφετηρία, σύμφωνα με αναλυτές.

Το πανευρωπαϊκό stress test δρομολογείται και συντονίζεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (European Banking Authority – EBA), σε στενή συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), τις αρμόδιες αρχές (συμπεριλαμβανομένου του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας – SSM) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Συναπαρτίζεται, δε, από δύο ασκήσεις. Μία που τρέχει υπό την ΕΒΑ και αφορά τις 50 συστημικές ευρωπαϊκές τράπεζες και μία υπό την ΕΚΤ (ECB SREP stress test), που αφορά στις υπόλοιπες, κατά χώρα, συστημικές. Τα αποτελέσματά τους θα ληφθούν υπόψη στη συνολική αξιολόγηση στο πλαίσιο της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης, το προσεχές φθινόπωρο.

Την περασμένη Παρασκευή, η EBA δημοσίευσε τις μακροοικονομικές παραδοχές της φετινής άσκησης, οι οποίες, ως αναμενόταν, ήταν καλύτερες για την ελληνική οικονομία, τόσο σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές όσο και σε σχέση με τη ματαιωθείσα άσκηση του 2020.

Το βασικό σενάριο προβλέπει για την εγχώρια οικονομία μέση αύξηση 4,2% του ΑΕΠ, κατά την τριετία 2021-23, μέση αύξηση των τιμών κατοικιών κατά 2,6% και των εμπορικών ακινήτων κατά 0,3%.

Το δυσμενές σενάριο λαμβάνει ως βασική υπόθεση ύφεση 1,8% φέτος και 2,5% το 2022. Η οικονομία επιστρέφει σε ανάκαμψη το 2023, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,7%. Η ανεργία θα φθάσει στο 18,9% φέτος και στο 22,1% το 2022.

Προβλέπεται, επίσης, μέση πτώση 3,4% και 8,7% στις τιμές κατοικιών και εμπορικών ακινήτων κατά την τριετία 2021-23, παράγοντας που είναι σημαντικός για τις ελληνικές τράπεζες, λόγω του ύψους των δανείων με εξασφαλίσεις επί ακινήτων και δευτερευόντως της βαρύτητας στο ενεργητικό των ανακτηθέντων από πλειστηριασμούς ακινήτων.

Πρόκειται για καλύτερες παραδοχές σε σύγκριση με αυτές της περσινής άσκησης (σωρευτική υποχώρηση ΑΕΠ 6,1% στην τριετία 2020-22), που τελικώς αναβλήθηκε, λόγω πανδημίας. Αυτό οφείλεται στην πρωτόγνωρη ύφεση, την οποία επέφερε η πανδημία και στις προσδοκίες ότι θα υπάρξει ισχυρή ανάκαμψη, με την επάνοδο σε κανονικότητα, λόγω εμβολιασμών.

Γιατί εκκινούν από καλή αφετηρία οι εγχώριες τράπεζες

Σύμφωνα με τις πρώτες προσεγγίσεις αναλυτών, η άσκηση δεν θα αποτελέσει… βόλτα στο πάρκο για τις εγχώριες συστημικές τράπεζες. Από την άλλη, όμως, εκκινούν τη δοκιμασία από σχετικά καλή θέση, σε σχέση με το τελευταίο stress test του 2018. Οι τράπεζες διαθέτουν λιγότερα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (Non Performing Exposures – NPEs), με ελαφρώς χαμηλότερο δείκτη κάλυψης, ενώ οι κεφαλαιακοί τους δείκτες βρίσκονται κατά μέσο όρο σε παρόμοια επίπεδα.

Επιπρόσθετα η ανθεκτικότητα που επέδειξαν οι τράπεζες σε επίπεδο οργανικών εσόδων, κατά την περσινή χρονιά, δημιουργεί, σύμφωνα με τους ίδιους, τις βάσεις ώστε οι προβολές εξέλιξης των προ προβλέψεων κερδών υπό το δυσμενές σενάριο να μην είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές. Υπενθυμίζεται ότι ως το 9μηνο του 2020, με το ΑΕΠ να υποχωρεί κατά 10%, οι τράπεζες εμφάνισαν αύξηση των οργανικών προ προβλέψεων κερδών κατά 5%.

Οι δείκτες, όμως, Common Equity Tier I έχουν υποχωρήσει σε σχέση με το τέλος του 2017, ενώ η εξεταζόμενη τριετία συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία αναγνωρίζεται στα εποπτικά κεφάλαια το σύνολο του κόστους μετάβασης στο IFRS 9. Προς το παρόν δεν έχει διευκρινιστεί το πώς θα αντιμετωπιστεί, στο πλαίσιο της άσκησης, η κεφαλαιακή επιβάρυνση από την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του IFRS 9.

Άγνωστος «X» ο χειρισμός των δανείων σε moratorium

Με δεδομένο, πάντως, ότι ο βασικός όγκος των δανείων σε αναστολή καταβολής δόσεων έληξε είτε στο τέλος της περσινής χρονιάς είτε τον Ιανουάριο, το πώς θα μετρήσει η άσκηση την επίπτωσή τους στην ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών και στα αποτελέσματα θα αποτελέσει το μείζον θέμα.

Τραπεζικά στελέχη θεωρούν σίγουρο ότι η ΕΚΤ θα αναμορφώσει, για την άσκηση και μόνο, τους ισολογισμούς της 31ης Δεκεμβρίου 2020, βάσει των οποίων «στρεσάρει» τις τράπεζες, προκειμένου να συνυπολογίσει την επίπτωση της πρωτόγνωρης ύφεσης, την οποία επέφερε η πανδημία.

Με βάση πανευρωπαϊκά στοιχεία από τις αξιολογήσεις των δανείων που εισήλθαν σε αναστολή καταβολής δόσεων (moratorium), αλλά και εσωτερικούς δείκτες αναφοράς, ο επόπτης θα «τρέξει» ένα δικό του μοντέλο, για να διαπιστώσει πόσα δάνεια σε moratorium θα έπρεπε να έχουν καταταχθεί στην κατηγορία σημαντικής αύξησης πιστωτικού κινδύνου (Stage 2) ή στα μη εξυπηρετούμενα (Stage 3).

Από τον παραπάνω λογαριασμό θα προκύψει το σημαντικότερο μέρος της αναμόρφωσης ισολογισμών 2020 για τις ανάγκες και μόνο της άσκησης.

Υπενθυμίζεται ότι στην τελευταία έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η Τράπεζα της Ελλάδος σημείωνε ότι με βάση τα στοιχεία Νοεμβρίου, από τα δάνεια 21 δισ. ευρώ, που τελούσαν σε moratorium, τα 7,14 δισ. ευρώ είχαν καταταχθεί στην κατηγορία σημαντικής αύξησης πιστωτικού κινδύνου (Stage 2).

Το πρόσφατο παρελθόν έχει δείξει ότι υπάρχουν κρίσιμες παράμετροι, που οριστικοποιούνται κατά τη διάρκεια της άσκησης, βάσει των προτεραιοτήτων του επόπτη. Τακτική που αναμένεται να ακολουθηθεί και στην τρέχουσα άσκηση, λόγω και της ρευστότητας που δημιουργεί η πανδημία.

Υπό το παραπάνω πρίσμα, αν η κυβέρνηση έχει ψηφίσει τους επόμενους μήνες την επέκταση του προγράμματος κρατικής εγγυοδοσίας (Ηρακλής ΙΙ) και οι τράπεζες έχουν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους για νέες τιτλοποιήσεις, ώστε να περιορίσουν το NPE ratio σε μονοψήφια ποσοστά, το αποτέλεσμα του stress test δύσκολα θα έρθει να ανατρέψει, σύμφωνα με στελέχη ελεγκτικών εταιρειών, τις συνθήκες ευόδωσης των στόχων τους.

Αρκεί, ως τότε, να έχουμε αφήσει πίσω μας την πανδημία…

X