Κάλεσμα τραπεζών σε καταθέτες να αναλάβουν… ρίσκο

Στο κόκκινο βρίσκονται 5 κλάδοι της ελληνικής οικονομίας [Shutterstock]

Λανσάρισμα νέων προϊόντων, με στόχο την αλλαγή της συμπεριφοράς των αποταμιευτών και την προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα που έχουν επιφέρει τα οριακά (ή και αρνητικά) επιτόκια, επιχειρούν τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες.

Οι τράπεζες έχουν τους δικούς τους λόγους να μειώσουν το ύψος των καταθέσεών τους (διαθέτουν υπερεπάρκεια ρευστότητας, αποφεύγουν καταβολή επιτοκίων στους αποταμιευτές και χρεώσεων στην ΕΚΤ), ενώ από την πλευρά τους οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν είναι πλέον σε θέση να εγγυηθούν στους πελάτες τους τις ικανοποιητικές ετήσιες αποδόσεις σε μακροχρόνιο χρονικό διάστημα που προσέφεραν κατά το παρελθόν, ιδίως στο αυστηρό περιβάλλον του Solvency II (επιβαρύνονται οι εποπτικοί δείκτες).

Η ουσία είναι πως για διαφορετικούς λόγους, οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες επιχειρούν να ωθήσουν στην ανάληψη επενδυτικού ρίσκου, εκείνους τους πελάτες τους που επέλεγαν σταθερά μέχρι σήμερα τις «μικρές αλλά σίγουρες» ετήσιες αποδόσεις είτε των καταθέσεων είτε των κλασικού τύπου ασφαλιστικών-επενδυτικών προγραμμάτων.

Προκειμένου να γεφυρωθεί το ουσιαστικό αυτό εμπόδιο, προσφέρονται προϊόντα, που κάτω από προϋποθέσεις θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά από τους «συντηρητικούς» πελάτες τους.

Μια τέτοια κατηγορία είναι αυτή των μεικτών αποταμιευτικών προϊόντων, όπου ένα τμήμα των χρημάτων τοποθετείται σε κατάθεση με σχετικά ελκυστικό επιτόκιο και το υπόλοιπο σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, την κατηγορία των οποίων επιλέγει ο πελάτης. Έτσι, θα μπορούσε για παράδειγμα να προκύψει ένας συνδυασμός κατάθεσης και μεριδίων σε ομολογιακά-μεικτά αμοιβαία κεφάλαια, με αποτέλεσμα το ρίσκο να είναι σχετικά περιορισμένο και παράλληλα να υπάρχει -κάτω από προϋποθέσεις- και η προσδοκία της υπεραπόδοσης.

Μια δεύτερη κατηγορία είναι τα προϊόντα «συστηματικής αποταμίευσης», όπου ο πελάτης υποχρεώνεται να καταβάλλει σε τακτά χρονικά διαστήματα (π.χ. κάθε μήνα ή κάθε τρίμηνο) περιορισμένο ύψος κεφαλαίων, το οποίο τοποθετείται στη συνέχεια σε αμοιβαία κεφάλαια είτε του εσωτερικού είτε του εξωτερικού. Τέτοια προϊόντα προσφέρονται τόσο από τράπεζες όσο και από ασφαλιστικές εταιρείες και συχνά δίνουν τη δυνατότητα στους πελάτες να διαφοροποιούν τις θέσεις τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μετατρέποντας μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων τους από μια κατηγορία σε άλλη (π.χ. από μετοχικά σε ομολογιακά και αντιστρόφως).

Τα επιχειρήματα που προβάλλονται στους «συντηρητικούς» πελάτες οι οποίοι διστάζουν να αναλάβουν επενδυτικό ρίσκο είναι συνήθως τα εξής τρία:

α) Έχει παρατηρηθεί στατιστικά πως -διεθνώς- σε βάθος χρόνου, οι μετοχικοί τίτλοι υπεραποδίδουν των ομολόγων και αυτά υπεραποδίδουν έναντι των καταθετικών επιτοκίων. Άρα, οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές και ομόλογα έχουν σχετικά μειωμένο ρίσκο και συνήθως οδηγούν σε ικανοποιητικές αποδόσεις.

β) Μεγάλη μείωση του επενδυτικού ρίσκου (και της προσδοκώμενης απόδοσης) προκύπτει όταν οι καταβολές γίνονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και όχι εφάπαξ.

γ) Τα τρέχοντα επιτόκια είναι ουσιαστικά μηδενικά για τις καταθέσεις ταμιευτηρίου και οριακά (έως 0,3% από 1/1/2010) για τις προθεσμιακές. Επίσης, τα ειδικά καταθετικά προϊόντα που μέχρι και το τέλος του 2019 εγγυόνταν το σύνολο του κεφαλαίου προσφέροντας ενδεχόμενες ικανοποιητικές αποδόσεις (υπό την προϋπόθεση ότι θα κερδίζονταν κάποια προκαθορισμένα επενδυτικά «στοιχήματα»), σήμερα εγγυώνται συνήθως ποσοστό μόνο των χρημάτων του αποταμιευτή.

Σε κάθε περίπτωση, οι αποταμιευτές θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά κάθε προσφερόμενο προϊόν, αντιλαμβανόμενοι πλήρως τους όρους και συνεκτιμώντας τα προσδοκώμενα οφέλη, το ρίσκο και το ύψος των κάθε είδους καταβαλλόμενων εξόδων-προμηθειών.

X