Ετοιμάζεται για DG Comp και SSM το σχέδιο της ΤτΕ για την εξυγίανση των τραπεζών

bank_of_greece_a_header

Στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν (DG Comp) και στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό ( SSM) αναμένεται να σταλεί ως το τέλος του μήνα το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), για την υποβοήθηση της προσπάθειας των τραπεζών να μειώσουν ταχύτερα τα «κόκκινα» δάνεια, εξυγιαίνοντας τους ισολογισμούς τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η τεχνική επεξεργασία του σχεδίου από την ομάδα εργασίας που έχει συστήσει το υπουργείο Οικονομικών σχεδόν ολοκληρώθηκε, ενώ την ίδια στιγμή θετική είναι η ανταπόκριση των επενδυτών, στους οποίους έχουν παρουσιαστεί οι βασικοί άξονές του.

Η ψήφιση του νέου πλαισίου για την προστασία πρώτης κατοικίας λειτουργεί υποβοηθητικά, καθώς η χώρα έχει ολοκληρώσει τα προαπαιτούμενα της δεύτερης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, εξέλιξη που επιτρέπει να εξεταστούν σχέδια συλλογικής υποβοήθησης με -μελλοντικό- δημοσιονομικό κόστος.

Την ίδια στιγμή, το σχέδιο του ΤΧΣ για την παροχή κρατικής εγγύησης επί των ομολόγων πρώτης διαβάθμισης (senior note) τιτλοποιήσεων έχει «κολλήσει» στην ανάγκη εξεύρεσης μιας λειτουργικής «φόρμουλας», για τον υπολογισμό του ασφαλίστρου κινδύνου. Ως εκ τούτου, υπάρχει ορατή πιθανότητα η έγκρισή του από DG Comp και SSM να απαιτήσει περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχε επικοινωνηθεί (σ.σ. έγκριση ως το τέλος του μήνα).

Η πρόταση του ΤΧΣ, η οποία εστάλη πρώτα σε Κομισιόν και SSM, στηρίζεται στο ιταλικό μοντέλο. Προβλέπει, δηλαδή, την παροχή κρατικής εγγύησης επί των τίτλων υψηλής διαβάθμισης (senior note) τιτλοποιήσεων. Η μοναδική διαφορά έγκειται στον υπολογισμό του ασφαλίστρου κινδύνου, όπου ελλείψει επενδυτικής βαθμίδας, το ελληνικό σχέδιο δεν αντιγράφει το ιταλικό μοντέλο. Σε αυτό το σημείο εστιάζονται και οι ενστάσεις του SSM καθώς θεωρεί ότι με τις προτεινόμενες «φόρμουλες», το κόστος των εκδόσεων καθίσταται ακριβό για τις εγχώριες τράπεζες.

Στην υποβοήθηση τιτλοποιήσεων αποσκοπεί και το σχέδιο της ΤτE, προβλέποντας την εθελοντική μεταφορά σε ειδικά οχήματα (SPVs – Special Purpose Vehicles), που συστήνονται από τις τράπεζες, καταγγελμένων ή σε βαθιά καθυστέρηση δανείων στην καθαρή λογιστική τους αξία.

Οι τράπεζες, που θα κάνουν χρήση, θα διαγράψουν τις οριστικές αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις(Deferred Tax Credits – DTCs), οι οποίες αναλογούν στις συσσωρευμένες προβλέψεις των μεταβιβαζόμενων δανείων και το Δημόσιο με νομοθετική ρύθμιση θα αναγνωρίσει ισόποση υποχρέωση προς τα SPVs.

Το DTC θα λειτουργήσει στην πραγματικότητα ως «μαξιλάρι» για τη διαφορά που θα προκύψει μεταξύ της καθαρής λογιστικής αξίας, στην οποία θα μεταβιβάσουν τα δάνεια στα SPVs και της εύλογης αξίας, η οποία θα προκύψει μετά την αποτίμηση των χαρτοφυλακίων από ανεξάρτητους εκτιμητές.

Και στους δύο προτεινόμενους μηχανισμούς, τα SPVs εκδίδουν τίτλους με κάλυμμα τα δάνεια και στη συνέχεια οι μεν τράπεζες διακρατούν τους τίτλους υψηλής διαβάθμισης (senior notes), οι δε τίτλοι ενδιάμεσης διαβάθμισης (mezzanine notes) διατίθενται στους επενδυτές.

Εφόσον οι τίτλοι ενδιάμεσης και χαμηλής διαβάθμισης πωληθούν ή διατεθούν δωρεάν σε τρίτους επενδυτές και πληρούνται κάποιες άλλες προϋποθέσεις (σ.σ. διαχείριση των δανείων από ανεξάρτητο servicer κ.ά.), η στάθμιση των ομολόγων πρώτης διαβάθμισης στο ενεργητικό των τραπεζών θα είναι ιδιαίτερα χαμηλή.

Το σχέδιο της ΤτΕ μπορεί να μειώσει ταχύτερα τα NPEs, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα το πρόβλημα του υψηλού DTC (16 δισ. ευρώ) στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών. Για τον λόγο αυτό κερδίζει συνεχώς πόντους στην αγορά.

Η κεφαλαιακή επιβάρυνση που προκύπτει, λόγω της διαγραφής του DTC, εκτιμάται ότι θα ανέλθει κατά μέσο όρο ως τρεις ποσοστιαίες μονάδες (3%) του δείκτη Common Equity Tier I (CET I). Θα πρέπει, όμως, να συνυπολογιστούν δυναμικά στοιχεία, που πάντα λαμβάνονται υπόψη στην εποπτική αξιολόγηση και τα οποία θα αντισταθμίσουν σε σημαντικό βαθμό τις όποιες ζημίες αποτίμησης.

Ειδικότερα, η εσωτερική αναπλήρωση κεφαλαίων μέσω οργανικής κερδοφορίας θα αυξηθεί σημαντικά, μετά τη μεταβίβαση των καταγγελμένων δανείων, λόγω αποκλιμάκωσης των προβλέψεων για πιστωτικό κίνδυνο, αλλά και λόγω της μείωσης των λειτουργικών εξόδων.

Επιπρόσθετα, θα επέλθει αποδέσμευση κεφαλαίων, λόγω απελευθέρωσης στοιχείων ενεργητικού, η οποία θα είναι υψηλότερη για τις τράπεζες (Alpha, Πειραιώς), που ακολουθούν τυποποιημένο μοντέλο υπολογισμού του σταθμισμένου ενεργητικού.

Είναι πιθανόν, λόγω της σημαντικής υποχώρησης των NPEs ως ποσοστού επί των χορηγήσεων, να μειωθούν οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις του SSM για τις εγχώριες συστημικές τράπεζες.

Τέλος, οι τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα έκδοσης συμπληρωματικών κεφαλαίων (ομολογιακές εκδόσεις, υβριδικά, τίτλοι μειωμένης εξασφάλισης). Τέτοιες ομολογιακές εκδόσεις μπορούν να καταστούν εφικτές σε βάθος χρόνου, εφόσον παρουσιαστεί σημαντική πρόοδος στην υλοποίηση των σχεδίων μείωσης των NPEs, κάτι που θα καταστεί εφικτό με σημαντικές συναλλαγές τιτλοποιήσεων.

X