ΕΕ: Ανανεώνει το δωρεάν roaming έως το 2032

Ο ισχύων νόμος για την περιαγωγή λήγει τον Ιούνιο του 2022 και η κυβέρνηση της Σλοβενίας επεδίωκε μια νίκη πριν από το τέλος της προεδρίας της.

Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ενέκριναν το βράδυ της Τετάρτης (8 Δεκεμβρίου) μια αναδιατυπωμένη έκδοση του κανονισμού για την περιαγωγή, παρατείνοντας για δέκα χρόνια τη νομοθεσία που επιτρέπει στους Ευρωπαίους να χρησιμοποιούν τα τηλέφωνά τους εντός της Ένωσης χωρίς επιπλέον χρεώσεις.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή γεφύρωσαν τις διαφορές τους σε μια συνεδρίαση που ένας συμμετέχων χαρακτήρισε «σκληρή». Η πίεση του χρόνου συνέβαλε στην επίτευξη συμφωνίας, καθώς ο ισχύων νόμος για την περιαγωγή λήγει τον Ιούνιο του 2022 και η κυβέρνηση της Σλοβενίας επεδίωκε μια νίκη πριν από το τέλος της προεδρίας της.

«Τόσο οι καταναλωτές όσο και οι επιχειρήσεις μπορούν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν αυτό το όφελος, το οποίο υποστηρίζει επίσης μια από τις πιο θεμελιώδεις αξίες μας, δηλαδή την ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων εντός της ΕΕ», δήλωσε ο υπουργός Δημόσιας Διοίκησης της Σλοβενίας, Μπόστιαν Κορίτνικ.

Ο συμβιβασμός είναι το αποτέλεσμα πολύ διαφορετικών συμφερόντων. Οι χώρες της ΕΕ πίεσαν για μέτρα ευνοϊκά προς τους παρόχους τηλεπικοινωνιών καθώς οι μεγαλύτεροι από αυτούς είναι πρώην κρατικά μονοπώλια ή εξακολουθούν να ανήκουν στο δημόσιο, τουλάχιστον εν μέρει. Αντίθετα, οι νομοθέτες της ΕΕ είναι παραδοσιακά πιο ευαίσθητοι στα συμφέροντα των καταναλωτών.

«Στόχος μου ήταν να μην παραταθεί απλώς ο ισχύων κανονισμός για την περιαγωγή, αλλά να γίνουν σημαντικές βελτιώσεις για τους καταναλωτές», δήλωσε η Αντζέλικα Βίντσιγκ επικεφαλής των διαπραγματεύσεων του Κοινοβουλίου.

Η ουσία των διαπραγματεύσεων κινήθηκε γύρω από τις ανώτατες τιμές χονδρικής, το μέγιστο κόστος δηλαδή που μπορεί να χρεώσει ένας φορέας εκμετάλλευσης για τη φιλοξενία κάποιου από το εξωτερικό.

Οι τουριστικοί προορισμοί έχουν συμφέρον από τα υψηλότερα ανώτατα όρια, καθώς έχουν περισσότερους ανθρώπους που έρχονται από ό,τι φεύγουν. Το επιχείρημά του είναι ότι τα έσοδα αυτά μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για επενδύσεις σε υποδομές για την καλύτερη διαχείριση της αιχμής κατά την τουριστική περίοδο.

Ενώ τα ανώτατα όρια τιμών αφορούν μόνο το τι χρεώνουν οι φορείς εκμετάλλευσης μεταξύ τους, οι νομοθέτες της ΕΕ φοβούνται ότι το ακριβότερο κόστος μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης θα μεταφερθεί τελικά στους καταναλωτές.

Επιπλέον, τα υψηλά ανώτατα όρια είναι πιθανό να θέσουν σε δυσχερή θέση τους φορείς εκμετάλλευσης εικονικών δικτύων κινητής τηλεφωνίας (MVNO), οι οποίοι δεν διαθέτουν υποδομές και προσπαθούν να ανταγωνιστούν τους παραδοσιακούς φορείς που τους φιλοξενούν στα δίκτυά τους, πουλώντας μεγάλες ποσότητες δεδομένων σε ανταγωνιστική τιμή.

Οι διαπραγματεύσεις για το σημείο αυτό ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, με την Προεδρία να καλεί ακόμη και το μπλοκ των χωρών που τάσσονται υπέρ των υψηλότερων τιμών, το οποίο σχηματίζεται από τον ευρωπαϊκό νότο συν τη Γερμανία. Τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία με την κατανομή της σταδιακής μείωσης του κόστους σε πέντε χρόνια.

Το σημείο εκκίνησης θα είναι στα 2 ευρώ ανά gigabyte (GB) δεδομένων το δεύτερο εξάμηνο του 2022, το ίδιο με την πρόταση της Επιτροπής, το οποίο θα μειώνεται σταθερά μέχρι το 1 ευρώ το 2027. Στον προηγούμενο κανονισμό, το ανώτατο όριο ξεκινούσε από 7,70 ευρώ και έφτανε τα 2,50 ευρώ στις αρχές του 2022.

Οι επικριτές επισημαίνουν ότι οι τιμές αυτές δεν αντικατοπτρίζουν το πραγματικό κόστος των δεδομένων, το οποίο, σύμφωνα με ένα αδημοσίευτο ρεπορτάζ της εταιρείας συμβούλων WIK, που είδε η EURACTIV τον Οκτώβριο, στη Γερμανία εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 0,35 έως 0,05 ευρώ ανά GB.

«Δεν μπορούμε να περιμένουμε το 2027 για να έχουμε τα ανώτατα όρια στο 1€/GB γνωρίζοντας ότι ήδη το 2018, οι φορείς εκμετάλλευσης αντάλλασσαν ευρέως κάτω από 1€/GB. Αυτό είναι σχεδόν μια καθυστέρηση 10 ετών για εμάς όσον αφορά τις τιμές», δήλωσε εκπρόσωπος της MVNO Europe στη EURACTIV.

«Αυτό θα οδηγήσει σε λιγότερο ανταγωνισμό και λιγότερες επιλογές για τους καταναλωτές», πρόσθεσε ο εκπρόσωπος.

Μία από τις προσθήκες στο κείμενο του Κοινοβουλίου ήταν η συμπερίληψη των κλήσεων εντός της ΕΕ στο πεδίο εφαρμογής της πρότασης. Για τους νομοθέτες, δεν έχει νόημα να είναι πιο ακριβή η κλήση από το σπίτι σε άλλη χώρα της ΕΕ από την κλήση κάποιου που βρίσκεται στο εξωτερικό.

Παρ’ όλα αυτά, τα κράτη μέλη αντιτάχθηκαν σθεναρά στην πρόταση, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται απλώς για αναδιατύπωση προηγούμενου κανονισμού που δεν περιλάμβανε τέτοια μέτρα. Ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε ήταν να συμπεριληφθεί στο προοίμιο της νομοθεσίας με μια αναφορά που θα καλεί την Επιτροπή της ΕΕ να εξετάσει το θέμα πριν από τη λήξη της θητείας της το 2024.

«Είναι μια αναγνώριση ότι υπάρχει πρόβλημα», δήλωσε στη EURACTIV αξιωματούχος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ήταν παρών κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, τονίζοντας ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ δεν ήθελαν καν να αναφέρεται αυτή η πρόταση στο κείμενο.

Ένα άλλο σημείο διαφωνίας μεταξύ των νομοθετών της ΕΕ ήταν η πολιτική δίκαιης χρήσης, διατάξεις που περιορίζουν εγκαίρως τη χρήση της περιαγωγής για την αποφυγή μιας de facto μόνιμης κατάστασης περιαγωγής. Η σκοπιμότητα που βρέθηκε ήταν να προστεθεί μια διατύπωση που ζητούσε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει το θέμα μέσω εκτελεστικών πράξεων.

Ο ορισμός της πολιτικής εύλογης χρήσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περιαγωγής, συνεπώς το ζητούμενο εδώ ήταν να σταλεί ένα «πολιτικό μήνυμα», πρόσθεσε ο αξιωματούχος του Κοινοβουλίου.

Σε μια παραχώρηση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η επόμενη αναθεώρηση της νομοθεσίας δεν θα βασίζεται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις. Η συγκεκριμένη δευτερογενή νομοθετική διαδικασία χρησιμοποιείται γενικά για τεχνικά θέματα και αφήνει πολλά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στην Επιτροπή.

Αντ’ αυτού, η πρόταση αναδιατύπωσης θα πρέπει να περάσει από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία με τη συμμετοχή τόσο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και του Συμβουλίου.