Eμπόδια στην ευρωπαϊκή αγορά βλέπουν οι κινεζικές επενδύσεις

Να ανοίξουν οι ευρωπαϊκές αγορές απέναντι στις κινεζικές επενδύσεις ήταν το μήνυμα από το debate «Chinese Investment in Europe: a country-level approach” που πραγματοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες. Παρά τη γενικότερη αντίληψη ότι οι κινεζικές επενδύσεις έχουν κατακλύσει την Ευρώπη, στην πραγματικότητα η Κίνα είναι ακόμη ο μικρότερος επενδυτής στις ευρωπαϊκές εθνικές αγορές. «Προς το παρόν οι μεγαλύτεροι επενδυτές παραμένουν η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία» τόνισε ο John Seaman, από το IFRI Institute.

«Σε πολλές περιπτώσεις, οι κινεζικές επενδύσεις αναβάθμισαν τις αγορές της Ευρώπης και έσωσαν τομείς εργασίας υπό απειλή εξαφάνισης. Για την Ευρώπη αυτό σημαίνει περισσότερο πλούτο, φορολογικά έσοδα και γενικότερη ανάπτυξη» τόνισε ο Miguel Otero από το Elcano Royal Institute.

Ωστόσο, ο κ. Otero διευκρίνισε ότι στην ευρωπαϊκή αγορά, η έλλειψη αμοιβαιότητας και ο αθέμιτος ανταγωνισμός συνεχίζουν να προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Σε αυτό προστίθεται η ανασφάλεια γύρω από τις υποδομές ασφαλείας και τις ευαίσθητες τεχνολογίες σε συνδυασμό με τον ενδοευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Μονάχα όσοι βασίζονται στην εσωτερική κατανάλωση, τον τουρισμό και το ξένο κεφάλαιο βλέπουν περισσότερα πλεονεκτήματα στις κινεζικές επενδύσεις. «Οι μηχανισμοί ανίχνευσης ενάντια στις κινεζικές επενδύσεις θα πρέπει να εξισσοροπηθούν. Υπάρχουν ακόμη αρκετοί ενδοιασμοί και άγνοια απέναντι στη Κίνα», πρόσθεσε ο κ. Seaman.

Πάντως, η Κίνα επενδύει σταθερά στους ίδιους τομείς στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι η προστασία της ευρωπαϊκής εγχώριας αγοράς θα πρέπει να διευρυνθεί αναλόγως. «Η Ευρώπη θα πρέπει να σκέφτεται κατά κανόνα τομεακά αλλά και συλλογικά», υπογράμμισε ο κ. Seaman.

Τα κίνητρα που ωθούν την κινεζική οικονομία στο να επενδύσει στην Ευρώπη είναι η τεχνολογική υποδομή, τα ισχυρά brand names, το σταθερό νομικό, ρυθμιστικό και πολιτικό περιβάλλον και η ενίσχυση της πολιτικής και διπλωματικής επιρροής μέσω του εμπορίου. Από την άλλη, η Ευρώπη αντιλαμβάνεται την Κίνα ουσιαστικά ως ευκαιρία για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και βελτίωση των βασικών υποδομών στους τομείς της τεχνολογίας, των μεταφορών και της καινοτομίας. «Ειδικά σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στην Ελλάδα με την εξαγορά του λιμανιού του Πειραιά, η Κίνα αποτέλεσε πηγή εσόδων για εθνικές κυβερνήσεις παγιδευμένες εξαιτίας έλλειψης ρευστού», υπογράμμισε ο κ. Otero.

Η αντίληψη ότι η ποιότητα των κινεζικών επενδύσεων είναι χαμηλή δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα, καθώς το κινεζικό know-how είναι ιδιαίτερα υψηλό και έχει ήδη ενισχύσει τις εθνικές αγορές όπου αυτό εδραιώθηκε. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολωνική αγορά, αλλά και η Ουγγαρία που έχει ξεκινήσει μια σειρά διμερών συμφωνιών με την Κίνα» τόνισε ο κ. Seaman.

Τέλος, ο Thomas Renard από το Egmont Institute, ανέφερε ότι η κατάσταση στο Βέλγιο είναι προς το παρόν κάπου στη μέση αλλά ότι εν γένει οι κινεζικές επενδύσεις βρίσκονται ακόμη σε χαμηλά επίπεδα. «Το 2014 η Κίνα επένδυσε περισσότερο στο Βέλγιο από ότι το αντίστροφο, κυρίως στον τομέα της ενέργειας, στο θαλάσσιο εμπόριο και στις μεταφορές. Από αυτές τις επενδύσεις, το 70% έλαβε χώρα στην περιφέρεια της Φλάνδρας. Συνολικά ωστόσο, η Κίνα βρίσκεται πολύ πίσω σε σχέση με τη Γερμανία και την Ολλανδία».

X