20 χρόνια ευρώ: Ένα ημιτελές success story

euro_coins_and_banknotes_shutterstock [Shutterstock]

Ήδη από την επίσημη κυκλοφορία του την 1η Ιανουαρίου 1999, το ενιαίο νόμισμα έχει καταφέρει να επιτελέσει το ρόλο του που αφορά στην προστασία από τις κρίσεις και τη σταθεροποίηση των τιμών. Από την άλλη πλευρά, η ανεπαρκής σύγκλιση των οικονομιών της Ευρωζώνης καταδεικνύει την ευθραυστότητά του.

Το ευρώ γιορτάζει τα 20α γενέθλιά του. Η κατάρρευση, η αποτυχία και η έκρηξή του έχουν προβλεφθεί πολλές φορές, από τη δημιουργία του έως τη χρηματοπιστωτική κρίση και στη συνέχεια την κρίση του δημόσιου χρέους.

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η σταθερότητα και η ευημερία που επέφερε το ευρώ αποτέλεσαν δύο βασικά πλεονεκτήματα, όταν καθορίστηκαν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες των 11 συμμετεχόντων κρατών.

Ένα δημοφιλές νόμισμα

Το κοινό νόμισμα έχει διευρυνθεί, χρησιμοποιείται από 340 εκατομμύρια Ευρωπαίους σε 19 χώρες και παρά τις όποιες επικρίσεις είναι απίστευτα δημοφιλές.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικής έρευνας του Ευρωβαρόμετρου που διεξήχθη τον Οκτώβριο του 2018, το 74% των ερωτηθέντων σε ολόκληρη τη Ευρωζώνη δήλωσαν ότι θεωρούν ότι το ευρώ θετική εξέλιξη για την Ευρώπη.

Η στήριξη ήταν η ισχυρότερη στην Ιρλανδία (85%), το Λουξεμβούργο (80%) και την Αυστρία (76%).

Διατήρηση της σταθερότητας των τιμών

Παρά την αντίληψη ότι η εισαγωγή του ευρώ προκάλεσε την αύξηση των τιμών, το ενιαίο νόμισμα πέτυχε να αποτρέψει την επιστροφή του πληθωρισμού από την επιβάρυνση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.

Από την 1η Ιανουαρίου 1999, ο ετήσιος πληθωρισμός ανήλθε σε 1,7% κατά μέσο όρο, ενώ είναι «χαμηλότερος από τον μέσο πληθωρισμό που παρατηρήθηκε στις χώρες τις δεκαετίες του 1970, του 1980 και του 1990, όταν δεν είχε εισαχθεί ακόμη το ευρώ», υπογράμμισε η ΕΚΤ.

«Το ευρώ ήταν μια λογική και αναγκαία συνέπεια της ενιαίας αγοράς. Διευκόλυνε τις μετακινήσεις, το εμπόριο και τις συναλλαγές εντός της Ευρωζώνης και πέραν αυτής. Μετά από 20 χρόνια, υπάρχει μια γενιά που δεν γνωρίζει άλλο εθνικό νόμισμα», δήλωσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι.

«Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η ΕΚΤ έχει αναλάβει το καθήκον διατήρησης της σταθερότητας των τιμών. Επιπροσθέτως, συμβάλλουμε στην ευημερία των πολιτών της Ευρωζώνης, αναπτύσσοντας ασφαλή και καινοτόμα τραπεζογραμμάτια, προωθώντας ασφαλή συστήματα πληρωμών και εποπτεύοντας τις τράπεζες με στόχο τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρωζώνη», πρόσθεσε.

Ανάγκη μεγαλύτερης σύγκλισης

Τελικά, το ευρώ οδήγησε στην οικονομική ανάπτυξη ή την εμπόδισε λόγω των κριτηρίων του Μάαστριχτ; Το εν λόγω ερώτημα αποτελεί αντικείμενο πολλών συζητήσεων και παρόλα αυτά ο τερματισμός του κινδύνου ανταγωνιστικών υποτιμήσεων συνιστά ήδη ένα αναμφισβήτητο επίτευγμα.

Η ΕΚΤ δήλωσε ότι «το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ανά άτομο που ζει στην ΕΕ θα ήταν χαμηλότερο, αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η ολοκλήρωση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», υπογραμμίζοντας ότι η Ευρωζώνη βρίσκεται στη δεύτερη θέση μεταξύ των κυριότερων οικονομιών παγκοσμίως όσον αφορά το ΑΕΠ ανά άτομο.

Εντούτοις, τα κενά στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχουν διευρυνθεί μεταξύ των χωρών, ιδίως μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας ή Ιταλίας. Σύμφωνα με τη Eurostat, το Λουξεμβούργο κατέχει το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στις βασικές μονάδες αγοραστικής δύναμης, με τη Γερμανία στη 6η θέση, τη Γαλλία στην 11η θέση και την Ιταλία στην 12η θέση.

Ενώ ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ανέφερε ότι το ευρώ «επέφερε ευημερία και ενίσχυσε την προστασία των πολιτών μας», ο Ιταλός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Αντόνιο Ταγιάνι, τόνισε ότι εξακολουθούν να απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες σύγκλισης.

«Για να μπορέσουν οι Ευρωπαίοι να επωφεληθούν πλήρως από τις θέσεις εργασίας, την ανάπτυξη και την αλληλεγγύη, θα πρέπει να ολοκληρώσουμε την Οικονομική και Νομισματική Ένωση μέσω μιας πραγματικής οικονομικής, φορολογικής και πολιτικής Ένωσης. Το γεγονός αυτό θα επιτρέψει στην Ευρώπη να προστατέψει αποτελεσματικότερα τους πολίτες της από ενδεχόμενες μελλοντικές κρίσεις», σημείωσε ο Ιταλός Ευρωβουλευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και ιδρυτής της Forza Italia.

Ελλιπής διάρθρωση

Αναμφίβολα, η κύρια αδυναμία του ενιαίου νομίσματος έγκειται στην ελλιπή διάρθρωσή του. Η πλειοψηφία των Ευρωπαίων ηγετών συμφωνεί ότι πρέπει να ολοκληρωθεί η Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η οποία θα επιτευχθεί όχι μόνο με την ολοκλήρωση της Ένωσης Τραπεζών και Κεφαλαιαγοράς, αλλά και με την καθιέρωση μιας πραγματικής δημοσιονομικής αλληλεγγύης, δηλαδή ενός προϋπολογισμού της Ευρωζώνης.

Το έργο αυτό υποστηρίζεται σθεναρά από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και τον Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος έχει εξασφαλίσει εν μέρει τη στήριξη της Άνγκελα Μέρκελ. Το εγχείρημα αυτό υποστηρίζεται, εξίσου, από την Αριστερά, κυρίως από τους Γάλλους σοσιαλιστές.

Έκθεση της Γαλλίδας ευρωβουλευτού, Pervenche Berès, στηρίζει τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής λειτουργίας σταθεροποίησης των επενδύσεων (χρηματοδοτική στήριξη με τη μορφή δανείων προς τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, τα οποία διασφαλίζονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ), αλλά περιλαμβάνει και ένα στοιχείο «αντιστάθμισης της ανεργίας στις χώρες υπόκεινται σε ασύμμετρο σοκ».

Ανεπαρκές διεθνές νόμισμα

Στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε ότι «πρέπει να κάνουμε περισσότερα, προκειμένου να επιτρέψουμε στο ενιαίο νόμισμα να διαδραματίσει πλήρη ρόλο στη διεθνή σκηνή».

Ωστόσο, η επιρροή του ευρώ στην αγορά συναλλάγματος έχει μειωθεί, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία (από το 2016) της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών.

Μόνο το 20% των διεθνών αποθεματικών σε ξένες κεντρικές τράπεζες είναι σε ευρώ, το οποίο βρίσκεται πολύ πίσω από το δολάριο (60%), ακόμη και αν κανένα άλλο νόμισμα δεν υπερβαίνει το 5%. Μετά την κρίση του δημόσιου χρέους, οι κεντρικές τράπεζες τείνουν να διαφοροποιούν τα αποθεματικά νομίσματά τους, ιδίως στις αναδυόμενες χώρες.

Στην προσπάθεια να ενισχυθεί ο διεθνής ρόλος του ευρώ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα υπάρξει δημόσια διαβούλευση και μια σειρά μέτρων που αποσκοπούν κυρίως στην ενθάρρυνση των φορέων σε ορισμένους στρατηγικούς τομείς, όπως στην ενέργεια, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε ευρώ.

Τέλος, η Επιτροπή θα αξιολογήσει τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών για τον τρόπο με τον οποίο το ευρώ μπορεί να χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο στο εμπόριο πρώτων υλών (όπως τα γεωργικά υλικά, τα μέταλλα και τα ορυκτά), στον τομέα των μεταφορών (ναυπηγεία, κατασκευές αεροσκαφών και αμαξοστοιχιών), καθώς και στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

X