Ο θάνατος της ανεμελιάς

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

covid19_ [ΑΠΕ - ΜΠΕ]

του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου

Δημοσιογράφος και συγγραφέας η AnnWroe από το 2003, είναι υπεύθυνη για τη σελίδα με την εβδομαδιαία νεκρολογία του βρετανικού Economist. Και από τη σελίδα αυτή έγινε γνωστή, παρά την ανωνυμία που χαρακτηρίζει τα κείμενα του περιοδικού. Όμως, το κείμενό της στην ετήσια έκδοση του Economist για το 2021, δεν ήταν ανυπόγραφο. Έθιγε δε και τεράστιο θέμα, που οι κοινωνίες μας το βρίσκουν ήδη μπροστά τους. Πρόκειται για το θάνατο της ανεμελιάς, ένα γεγονός που θα αλλάξει πολλά στη ζωή των ανθρώπων, ιδιαίτερα δε στις αναπτυγμένες χώρες και στις ανοικτές κοινωνίες τους.

Ιδού παρακάτω τι έγραφε η βρετανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας, η οποία όταν ρωτήθηκε τι πρωτοκάνει το πρωί όταν ξυπνά, απάντησε ότι από το ραδιόφωνο που ακούει ο σύζυγός της, θέλει να μάθει ποιός γνωστός… εγκατέλειψε τα εγκόσμια. Κατά την άποψή της δε, το πρώτο θύμα της Covid-19 ήταν … αυτά που ακολουθούν…

«Μερικές εβδομάδες μετά την αρχή του νέου έτους, ο Κ. αποφάσισε ότι έπρεπε να δει έναν γιατρό. Η χειρουργική επέμβαση ήταν η έσχατη λύση. Μια δυο φορές είχε σκεφτεί να τον επισκεφθεί καθώς περνούσε απ’ έξω, αλλά αμέσως κατέπνιγε την ιδέα. Δεν έμπαινες έτσι απλά σε μέρη όπου ποτέ δεν ήξερες ποιος μπορεί να είχε καθίσει σε εκείνη ή την άλλη καρέκλα, ή να είχε ξεφυλλίσει τις σελίδες του Homes and Gardens. Έπρεπε να το σκεφτεί σοβαρά. Ήταν σαφές, ωστόσο, ότι έπρεπε να κάνει κάτι. Διότι, αν και η ζωή του ήταν απολύτως άνετη και επιτυχημένη, είχε αρχίσει να αισθάνεται ιδιαίτερη δυσφορία.

Είχε ήδη κατακτήσει τον κόσμο, ανέμελος κι ωραίος. Τα περισσότερα πρωινά, πεταγόταν ανάλαφρος από το κρεβάτι, τραβούσε την κουρτίνα, άνοιγε διάπλατα το παράθυρο και ανέπνεε τον πρωινό αέρα. Τώρα σηκωνόταν πιο προσεκτικά, για να μη σκοντάψει στο πάπλωμα και πάθει κανένα διάστρεμμα. Τραβούσε απαλά την κουρτίνα, γιατί δεν ήταν σίγουρος αν θα μπορούσε να βρει κάποιον να επισκευάσει τον σιδηρόδρομο οε περίπτωση που μπλόκαρε. Και όταν άκουγε τον άνδρα στο κάτω διαμέρισμα να βήχει ξανά στην κουζίνα του, προσπερνούσε την τελετουργία του πρωινού αέρα.

Στο παρελθόν, έπαιρνε συχνά πρωινό στο πόδι: άρπαζε κάτι που του άρεσε από τα μη γαντοφορεμένα χέρια του πωλητή και έπειτα έτρεχε, ξεμπλέκοντας ταυτόχρονα τα ακουστικά του, απέναντι, διασχίζοντας τον κεντρικό δρόμο, ενώ έκανε νόημα στο λεωφορείο να περιμένει. Ή μασουλούσε κάτι, αν γούσταρε, από τον πάγκο με τα φρούτα δίπλα στην είσοδο του μετρό…

Καθώς μασούσε τα σπιτικά δημητριακά του, ο Κ. συζητούσε νοερά με τον εαυτό του, όπως έκανε σχεδόν καθημερινά, αν έπρεπε να πάει στο γραφείο ή όχι. Δεν μπορούσε να πάει μόνο και μόνο επειδή, ξαφνικά, έτσι το αποφάσισε. Έπρεπε να αυτοπεριοριστεί. Η λέξη «ξαφνικά» ήταν ανέκαθεν ύποπτη αυτή καθαυτή. Έπρεπε να υπάρχει σοβαρός λόγος…

Πόσο αδιανόητη του φαινόταν η παλιά του ύπαρξη! Πόσο ρηχή, πόσο απερίσκεπτη! Τότε έφευγε από το γραφείο και ακολουθούσε τη διάθεση του. Δοκίμαζε σακάκια έτσι για πλάκα, ή περνούσε κάμποση ώρα σε κάποιο βιβλιοπωλείο, φυλλομετρώντας κάποιο βιβλίο του Zola για λίγο και κάποιο της Plath στη συνέχεια – γιατί όχι; Τώρα, αν χρειαζόταν να επιδοθεί σε αυτήν την πρωτόγονη μορφή αγορών, αποφάσιζε πρώτα τι ήθελε και πήγαινε κατευθείαν εκεί, συγκροτημένος, απερίσπαστος: ένας σοβαρός και σκεπτόμενος πολίτης.

Τώρα τα πάντα ήταν σε τάξη. Κάποτε αυτός και οι συνάδελφοι του προκαλούσαν, κάποια βράδια στην παμπ, ο ένας τον άλλον με τις πιο τρελές ιδέες που τους έρχονταν στο μυαλό, από το να πετάξουν τα ρούχα τους, έτσι για το τίποτα, και να πηδήξουν στο ποτάμι μέχρι να ξεκινήσουν ένα νέο σχήμα Πόντσι. Πόσο ανόητοι!

Στις όχι και τόσο μακρινές μέρες των περιπλανήσεων του, μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα κάποιας όμορφης που μπορεί να του επέστρεφε το χαμόγελο του και, μετά από κάποια ανάλαφρη συζήτηση και με λίγη τύχη, να καταλήξει στο κρεβάτι μαζί της. To #MeToo είχε ήδη ορθώσει εμπόδια σε αυτά. Τώρα, το όλο εγχείρημα φάνταζε απερίσκεπτο. Δεν ήθελε πλέον να διακινδυνεύσει να πάει στο διαμέρισμα μιας άγνωστης, ούτε να την προσκαλέσει στο δικό του. Ένα φιλί, ένα χάδι, ένα απλό τρίψιμο του γονάτου στην πίσω σειρά του κινηματογράφου Σινεφίλ, όλα αυτά ήταν πλέον αδιανόητα.

Δυστυχώς, συνέχιζε να ονειρεύεται -με τις γενετήσιες ορμές του να είναι ακόμα εξίσου ανέμελες όσο παλιά- να αρπάξει την Doreen από τα Data στην αγκαλιά του, να βυθίσει το πρόσωπο του στα ατίθασα κόκκινα μαλλιά της και να γυρίσει τον μισό κόσμο μαζί της. Αλλά τώρα ήξερε, τις ώρες που ήταν ξύπνιος, ότι δεν μπορούσε να απολαύσει τη δυνατότητα αυτή χωρίς λεπτομερή εκτίμηση του κίνδυνου. Και ξαφνικά του πέρασε από το μυαλό, με πολύ τρόμο, ότι μπορεί και να ήταν άρρωστος.

Το διαδικτυακό ραντεβού του με τον δρα Μ. ήταν σύντομο. Στην περίπτωση αυτή, ο ευγενικός γιατρός δεν χρειάστηκε καθόλου χρόνο για να κάνει τη διάγνωση. Ο αυθορμητισμός του Κ. είχε πεθάνει, και αυτός ο θάνατος, τον διαβεβαίωσε ο δρ Μ., ήταν παγκόσμιος – μια εκδημία πανδημική». Και ο νοών νοείτω, προσθέτουμε εμείς.