Το clawback τροχοπέδη στην ανάπτυξη, υποστηρίζει η φαρμακοβιομηχανία

Αναταράξεις για μια ακόμα φορά στον κλάδο της υγείας φαίνεται να προκαλεί η νέα δέσμη μέτρων και εν γένει η φαρμακευτική πολιτική του Υπουργείου Υγείας.

Κεντρικό ζήτημα η ανακατανομή της υπέρβασης (του clawback) με μια αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού της ανάπτυξης από 90/10 σε 75/25. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι όποιες εταιρίες καταφέρουν να αναπτυχθούν μέσα στην επόμενη χρονιά (έστω και πλασματικά λόγω συγχωνεύσεων ή αλλαγών σε συνεργασίες) θα τιμωρηθούν συμμετέχοντας σε ένα «πρόστιμο» από €150 εκατ. – €200 εκατ. ευρώ ανάλογα με την έκβαση του clawback.

Σημείο τριβής αποτελεί και το νέο σύστημα τιμολόγησης που θέλει να θέσει σε εφαρμογή το Υπουργείο Υγείας σύμφωνα με το οποίο τα νέα φάρμακα θα λαμβάνουν τιμή ίση με τον μέσο όρο των δύο χαμηλότερων τιμών του φαρμάκου στην Ευρωζώνη, αντί της σημερινής ρύθμισης με βάση την οποία λαμβάνονται υπόψη οι τρεις χαμηλότερες τιμές στην Ευρώπη.

Το Υπουργείο Υγείας ισχυρίζεται ότι οι νέες ρυθμίσεις εξυπηρετούν ένα απλούστερο σύστημα τιμολόγησης και ότι οι τιμές θα προκύπτουν από κράτη με κοινό νόμισμα και παρόμοια κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη. Η αγορά αμφισβητεί και την αποτελεσματικότητα αλλά κυρίως αν η φαρμακοβιομηχανία θα καταφέρει να απορροφήσει γα άλλη μια φορά το βάρος των νέων πολιτικών.

Θίγεται η βιωσιμότητα του κλάδου

Όπως σημειώνουν άλλωστε η πολιτική του Υπουργείου δεν φαίνεται να έχει καταφέρει έως τώρα να ρυθμίσει μακροπρόθεσμα το σύστημα που μέχρι σήμερα εφαρμόζει το υπουργείο με τις υποχρεωτικές  επιστροφές κι εκπτώσεις (clawback και rebates) δεν καταφέρνει να εξισορροπήσει τις ανάγκες των πολιτών με τη βιωσιμότητα του κλάδου.

Το clawback είναι το τελικό αποτέλεσμα της εφαρμογής κλειστού προϋπολογισμού, που εφόσον ξεπεραστεί, οι εταίροι που τον διαμορφώνουν καλούνται να επιστρέψουν το ποσό της υπέρβασης. Με λίγα λόγια αν η φαρμακευτική δαπάνη ξεπεράσει ένα προσυμφωνημένο ύψος οι εταιρίες οφείλουν τα επιπλέον κόστη να τα επιβαρυνθούν οι ίδιες. Το ποσοστό που συνεισφέρουν με τον τρόπο αυτό στην Ελλάδα οι φαρμακευτικές εταιρίες είναι πλέον 3,5 φορές πάνω από τον μέσο όρο πανευρωπαϊκά, ενώ μέσα σε έξι χρόνια το κράτος έχει εισπράξει πάνω από 3 δις ευρώ. Έχουν έτσι απορροφήσει μεγάλο μέρος των επιπτώσεων της μείωσης των δαπανών της υγείας μέσω των δύο αυτών υποχρεωτικών μέτρων.

Ωστόσο τα χρήματα αυτά χάνονται από την ανάπτυξη της καινοτομίας και της απασχόλησης, αφού ο κλάδος βαίνει συρρικνούμενος και αντί να έχουμε επενδύσεις σε εργαστήρια, παραγωγή και κέντρα διανομής, αντίθετα παρατηρείται μείωση της απασχόλησης στον κλάδο. Παράλληλα οι φήμες αποχώρησης σημαντικών εταιριών γίνονται ολοένα εντονότερες.

Το νέο σχέδιο του υπουργείου φαίνεται να εντείνει την κατάσταση αυτή. Με βάση την πρόταση η ανατιμολόγηση θα εφαρμοστεί τόσο σε μελλοντικά όσο και σε προϋπάρχοντα φάρμακα. Τα φάρμακα τα οποία σήμερα κοστίζουν περισσότερο σε σχέση με την τιμή των δύο χαμηλότερων τιμών της Ευρωζώνης, θα υφίστανται ετήσια μείωση τιμής κατά 10%, ώσπου η τιμή τους να εξισωθεί με τον μέσο όρο των δύο χαμηλότερων.

Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός της μη εφαρμογής του συνόλου των μέτρων που συμπληρώνουν τον κλειστό προϋπολογισμό. Τα μέτρα συγκράτησης της δαπάνης, όπως ονομάζονται, -π.χ. ο φάκελος ασθενούς ή τα Θεραπευτικά Πρωτόκολλα- δεν έχουν ακόμα εφαρμοστεί ή βρίσκονται ακόμα σε εμβρυακό στάδιο υλοποίησης. Αυτό πρακτικά σημαίνει, τονίζουν εκπρόσωποι της αγοράς, ότι ενώ δεν λαμβάνονται μέτρα συγκράτησης της δαπάνης, η βιομηχανία καλείται να καλύψει το επιπλέον κόστος χωρίς να έχει δυνατότητα ανάσχεσής του εν τη γενέσει του.

Σε συνέντευξη του στη EURACTIV, ο Πρόεδρος του ΣΦΕΕ, Ολύμπιος Παπαδημητρίου, είχε αναφέρει ότι «θίγεται ευθέως η βιωσιμότητα των φαρμακευτικών εταιριών, απειλώντας τις 86.000 θέσεις εργασίας που στηρίζει άμεσα και έμμεσα ο κλάδος και δημιουργεί συνθήκες αποεπένδυσης».

Είχε προσθέσει δε, ότι «όχι μόνο βάλλεται ένας κλάδος που έχει σημαντική συμβολή στην οικονομία και αποτελεί και την τρίτη εξαγωγική δύναμη της χώρας, αλλά διακυβεύεται και η καλή λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας και η πρόσβαση των ασθενών στο φάρμακο που τους χρειάζεται».

Η φαρμακοβιομηχανία ζητά τη θέσπιση ανώτατου ορίου στο clawback παράλληλα με τη θέσπιση συνυπευθυνότητας εταιριών και Πολιτείας. Προτείνουν επίσης την υπογραφή μνημονίου συνεργασίας ανάπτυξης, που θα ορίζει το βασικό πλαίσιο και θα δημιουργεί συνθήκες πρόβλεψης των εξελίξεων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η καλή πρακτική της Πορτογαλίας που υπέγραψε αντίστοιχη τριετή συνεργασία με την Κυβέρνηση, αμέσως μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια.

X