ΗΠΑ – Covid-19: Με την πανδημία, περισσότεροι Αμερικανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την πείνα

Προτού η πανδημία οδηγήσει στο κλείσιμο του σχολείου της και η αμερικανική υπηρεσία μετανάστευσης απελάσει τον πατέρα του στο Σαλβαδόρ, η Κίμπερλι Ορελάνα, 14 ετών, δεν φοβόταν την πείνα.

Όμως, ο μισθός της μητέρας της, τα μοναδικά χρήματα που μπαίνουν στο σπίτι, δεν επαρκεί για να φάει εκείνη και οι δύο μικρότερες αδελφές της. Επομένως, η 14χρονη κάθεται στην ουρά μπροστά από ένα σχολείο για να πάρει τρόφιμα, που διανέμονται έπειτα από πρωτοβουλία μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης.

«Ορισμένες φορές έχουμε ανάγκη από προμήθειες για να κρατήσουμε το ψυγείο μας γεμάτο», εξηγεί η Κίμπερλι, στο Κόκεϊσβιλ, βόρεια της πόλης της Βαλτιμόρης, που πήγε να πάρει τρόφιμα κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος από τα μαθήματά της, που γίνονται διαδικτυακά.

Όλο και περισσότερα παιδιά πεινούν στις ΗΠΑ. Η επιδημία του νέου κορονοϊού, που έχει σκοτώσει περίπου 280.000 ανθρώπους στη χώρα, έχει προκαλέσει μια βαθιά οικονομική κρίση.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εμπορίου, το 12% των ενηλίκων επιβεβαιώνει ότι δεν είχε «μερικές φορές» ή «συχνά» αρκετά για να φάει, τον περασμένο μήνα. Το 10% των μητέρων παιδιών κάτω των 5 ετών δήλωσε πως υπέφεραν από την πείνα κάποια στιγμή τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, σύμφωνα με μια έρευνα του ινστιτούτου Brookings.

Η φιλανθρωπική οργάνωση Feeding America εκτιμά πως περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι θα θεωρηθούν ότι βρίσκονται σε κατάσταση επισιτιστικής ανασφάλειας φέτος, εκ των οποίων περίπου 17 εκατομμύρια παιδιά.

«Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επισιτιστική ανασφάλεια είναι αυτή τη στιγμή η υψηλότερη που έχει ποτέ καταγραφεί την σύγχρονη εποχή», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο η Λόρεν Μπάουερ, υπεύθυνη για τις οικονομικές έρευνες στο Brookings Institution.

Σοκαριστικό

Οι αριθμοί προκαλούν σοκ για τη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως και μία εκ των μεγαλύτερων δωρητών επισιτιστικής βοήθειας σε άλλες χώρες.

«Η διατροφή και η γεωργία αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% της αμερικανικής οικονομίας, όμως το 100% των ανθρώπων τρώει», υπενθυμίζει η Κλόε Ουότερμαν, υπεύθυνη του προγράμματος για την οργάνωση Friends of the Earth, η οποία επιμένει στον ρόλο του υπουργείου Γεωργίας για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η άφιξη της πανδημίας τον Μάρτιο και το κλείσιμο των επιχειρήσεων, που ακολούθησε, προκάλεσαν μαζική ανεργία και μια ισχυρή οικονομική ύφεση.

Τα σχολεία έκλεισαν επίσης, γεγονός που εμπόδισε τα φτωχότερα παιδιά να λαμβάνουν δωρεάν γεύματα. Σύμφωνα με τη Λόρα Μπάουερ, οι ελλείψεις προϊόντων πρώτης ανάγκης στα σούπερ μάρκετ έπληξε καταρχάς τους γονείς με χαμηλό εισόδημα.

Το Κογκρέσο αντέδρασε, επιτρέποντας στις αμερικανικές πολιτείες να δίνουν στις οικογένειες κάρτες παροχών ανάλογες με την αξία των σχολικών γευμάτων, ενώ πολλές περιφέρειες συνέχισαν να προσφέρουν γεύματα στα παιδιά.

Ωστόσο, υπάρχουν κενά σε αυτό το δίκτυ προστασίας, λέει η Μπάουερ, ιδίως για τους γονείς που δεν μπορούν να μεταβούν στα σημεία όπου τα σχολεία διανέμουν τα δωρεάν γεύματα.

Και το βασικό πρόγραμμα της κυβέρνησης για την παροχή τροφίμων στις ευάλωτες οικογένειες, το Πρόγραμμα Επιπλέον Βοήθειας στη Διατροφή (SNAP), δεν δίνει επαρκή χρήματα για να ζήσει κανείς, γεγονός που μεταθέτει το βάρος της ανόδου της ανεργίας στις φιλανθρωπικές οργανώσεις, υπογραμμίζει η Κλόε Ουότερμαν.

Αυτό κάνει η οργάνωση Baltimore Hunger Project, που προσφέρει τρόφιμα κάθε Σαββατοκύριακο στο Μέριλαντ και τα περίχωρά του.

Τα αιτήματα τριπλασιάστηκαν από την αρχή της πανδημίας και αυτή τη στιγμή η οργάνωση βοηθάει 2.000 οικογένειες.

Μεταξύ αυτών, η Κίμπερλι που μπόρεσε να πάρει αυγά, ψωμί και άλλα είδη πρώτης ανάγκης, για τη μητέρα της, την ίδια, και οι δύο χωρίς νόμιμα έγγραφα, και τις δύο αδελφές της που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ.

«Είναι πραγματικά δύσκολο κάποιες φορές, όμως πρέπει να συνεχίσουμε», λέει η 14χρονη.

«Μου ραγίζει την καρδιά», αναφέρει ο Άγιο Ακινρέμι, ένας μετανάστης από τη Νιγηρία, που άρχισε να πηγαίνει εκεί αναζητώντας τροφή για τη γυναίκα και τα παιδιά τους, αφότου έχασε τη δουλειά του.

«Ήταν ένα πολιτισμικό σοκ για εμένα να έρθω στις ΗΠΑ για να βρω τόσο μεγάλη επισιτιστική ανασφάλεια», σχολιάζει.