Η πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής COVID του ΕΚ αποκαλύπτει το ευρύ φάσμα των θεμάτων που πρόκειται να συζητηθούν

Η Κυριακίδου δήλωσε την «πλήρη συνεργασία και υποστήριξή» της στο έργο της επιτροπής και ξεκίνησε τη συνεδρίαση συνοψίζοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίστηκαν στη διαχείριση της πανδημίας. [European Union 2022 - Source : EP]

Η πρώτη συνεδρίαση της νέας επιτροπής για τον COVID-19 (COVI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την Πέμπτη (12 Μαΐου) δεν έφερε συγκεκριμένα αποτελέσματα, αλλά αποκάλυψε το ευρύ φάσμα των θεμάτων που επιθυμούν να εξετάσουν οι ευρωβουλευτές στην προσπάθειά τους να συλλέξουν διδάγματα από την πανδημία.

Κατά την πρώτη συνεδρίαση της COVI, η πρόεδρος Κάθλιν βαν Μπρεμπτ καλωσόρισε την Επίτροπο Υγείας Στέλλα Κυριακίδου, διαβεβαιώνοντάς την ότι αυτή θα είναι μόνο μία από τις πολλές προσκλήσεις της για συζήτηση με τα μέλη της επιτροπής.

«Βρισκόμαστε ακόμη πολύ κοντά στην κρίση, οπότε οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι εμπειρογνώμονες που ήταν εκεί κατά τη διάρκεια της κρίσης, όπως εσείς, κυρία Επίτροπε, εξακολουθούν να βρίσκονται στη θέση τους. Σήμερα υπάρχουν μόνο επτά υπουργοί υγείας στα κράτη μέλη μας που ήταν στη θέση τους από την αρχή της κρίσης. Θα χρειαστούμε όλη αυτή την εμπειρογνωμοσύνη». δήλωσε η Μπρεμπτ κατά τη διάρκεια της εναρκτήριας τοποθέτησής της.

Το Κοινοβούλιο έδωσε το πράσινο φως για τη νέα ειδική επιτροπή τον Μάρτιο του 2022, η οποία έχει ως αποστολή να επιβλέπει τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την πανδημία COVID-19 και να διατυπώνει συστάσεις για το μέλλον. Όπως και με άλλες ειδικές επιτροπές, η εν λόγω επιτροπή έχει λάβει αρχική εντολή 12 μηνών, η οποία μπορεί να παραταθεί εάν οι ευρωβουλευτές το κρίνουν απαραίτητο.

Η Κυριακίδου δήλωσε την «πλήρη συνεργασία και υποστήριξή» της στο έργο της επιτροπής και ξεκίνησε τη συνεδρίαση συνοψίζοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίστηκαν στη διαχείριση της πανδημίας. Σε αυτές περιλαμβάνεται η έλλειψη ετοιμότητας και η ευπάθεια των εθνικών συστημάτων υγείας στην τρέχουσα κατάσταση της πανδημίας και στον κατάλογο των νέων πρωτοβουλιών για την υγεία που προωθεί η Επιτροπή.

Ο Επίτροπος χαιρέτισε τη στρατηγική της ΕΕ για τα εμβόλια από τον Ιούνιο του 2020 ως «σημείο καμπής» και δήλωσε ότι «η επιτυχία αυτής της στρατηγικής αποτελεί υπαρξιακό ζήτημα για την Ένωσή μας».

«Δεν θέλω καν να φανταστώ μια κατάσταση όπου ορισμένα μεγάλα κράτη μέλη μπορεί να είχαν πρόσβαση σε εμβόλια, ενώ άλλα όχι, [και τι] θα σήμαινε αυτό για το μέλλον της ΕΕ», δήλωσε ο Επίτροπος και συνέχισε να επαινεί το πιστοποιητικό EU Digital COVID, το πρόγραμμα EU4Health και, φυσικά, τις πρωτοβουλίες της Ένωσης Υγείας, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας του HERA.

«Πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτές τις κρίσεις από κοινού. Η Ευρώπη είναι το ασφαλές λιμάνι μας στην καταιγίδα. Η δημόσια υγεία δεν αποτελεί εξαίρεση. Πιστεύω ότι, συλλογικά, το μάθαμε αυτό μετά από μια δύσκολη αρχή. Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, θα είναι η επόμενη κρίση», κατέληξε η Κυριακίδου.

Μετά τις παρατηρήσεις της Επιτρόπου, η συζήτηση μετατράπηκε σε έναν ανεμοστρόβιλο θεμάτων από τους ευρωβουλευτές που αφορούσαν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων γύρω από την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ χειρίστηκαν την πανδημία

Αρκετοί ευρωβουλευτές ασχολήθηκαν με τα συνεχιζόμενα κενά εμβολιασμού εντός της Ένωσης και την ανάγκη να παραμείνουμε σε εγρήγορση για ένα πιθανό μελλοντικό κύμα λοιμώξεων.

Ο Έλληνας κεντροδεξιός ευρωβουλευτής Στέλιος Κυμπουρόπουλος (ΕΛΚ), τόνισε την ανάγκη να καλυφθούν αυτά τα κενά εμβολιασμού και να ενταθούν οι εργασίες για την ανίχνευση νέων παραλλαγών. Η συνάδελφος του φιλελεύθερη ευρωβουλευτής Βερονίκ Τρίιλετ-Λενουάρ ρώτησε ποια μέτρα σκοπεύει να λάβει η Επιτροπή για την καταπολέμηση της ανισότητας στην πρόσβαση στον εμβολιασμό εντός της Ένωσης.

Στην απάντησή της, η Κυριακίδου επανέλαβε την προειδοποίηση ότι θα μπορούσε να υπάρξει ξαφνική αύξηση των μολύνσεων από το COVID-19 και πάλι, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δράσουμε και να επαναφέρουμε προηγούμενα μέτρα για την ανάσχεση μελλοντικών κυμάτων της πανδημίας. Διαβεβαίωσε επίσης τους ευρωβουλευτές ότι οι εργασίες συνεχίζονται για να εμβολιαστούν περισσότεροι άνθρωποι.

«Έχω επισκεφθεί πολλά κράτη μέλη προκειμένου να αξιολογήσω την κατάσταση και μπορώ να πω ότι δεν είναι όλες οι χώρες στον ίδιο ρυθμό», δήλωσε.

«Το ECDC [Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων] έχει βρεθεί επιτόπου στα κράτη μέλη όπου αντιμετωπίζουν προβλήματα με τη χαμηλή πρόσληψη εμβολίων [προκειμένου] να συνεργαστεί με τους εμπειρογνώμονές τους για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος», πρόσθεσε η Κυριακίδου.

Τέθηκαν και άλλα θέματα σχετικά με τη διαχείριση της πανδημίας από την Επιτροπή, όπως το επίπεδο διαφάνειας γύρω από τις συμβάσεις για τα εμβόλια COVID-19 και ο αριθμός των εμβολίων που αγοράστηκαν.

Αντιμετώπιση των συνεπειών των μέτρων κατά της πανδημίας

Εκτός από τον τρόπο με τον οποίο τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ αντιμετώπισαν την πανδημία, πολλές από τις συζητήσεις στην νεοσυσταθείσα επιτροπή θα επικεντρωθούν στις συνέπειες των πολλών μέτρων και περιορισμών σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ για τον περιορισμό της πανδημίας.

«Σε άτομα με χρόνιες ή άλλες κρίσιμες ασθένειες οι κύριες θεραπείες τους καθυστέρησαν ή ανεστάλησαν. Είναι κάτι που πρέπει να σκεφτούμε», δήλωσε ο Κυμπουρόπουλος. Αργότερα στη συζήτηση, η Τρίιλετ-Λενουάρ έκανε μια παρόμοια αναφορά, τονίζοντας τις καθυστερήσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία για τους καρκινοπαθείς.

Η ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών Σάρα Σέρντας αναφέρθηκε στις δυσανάλογες επιπτώσεις της πανδημίας στις γυναίκες, αναφέροντας υψηλότερα ποσοστά θανάτου και χειρότερες μακροπρόθεσμες συνέπειες των λοιμώξεων με COVID. Σε αυτό, η Κυριακίδου διαβεβαίωσε τα μέλη ότι είναι ζωτικής σημασίας «να διασφαλίσουμε ότι θα χρησιμοποιήσουμε ό,τι είναι δυνατόν για να καλύψουμε τα κενά που έχουν γίνει ακόμη μεγαλύτερα λόγω του COVID».

Άλλα θέματα που επισημάνθηκαν ήταν η επιδείνωση της ψυχικής υγείας σε ολόκληρη την ήπειρο, η απώλεια της βιοποικιλότητας παγκοσμίως – η οποία πιστεύεται ότι ήταν μέρος της αιτίας της πανδημίας COVID-19 – και τα αναδυόμενα στοιχεία ότι η ποιότητα του αέρα θα μπορούσε να έχει επιδεινώσει την εξάπλωση του COVID-19 και άλλων αναπνευστικών νόσων.