Έρευνα: Θέλουν οι Έλληνες της Διασποράς να ψηφίζουν;

Μετά τη μετανάστευση σχεδόν μισού εκατομμυρίου Ελλήνων κατά τη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, το ζήτημα της ψήφου της διασποράς έχει βρεθεί στο προσκήνιο της πολιτικής συζήτησης στην Ελλάδα. Στο εσωτερικό της χώρας, η ψήφος της διασποράς δεν αποτελεί πλέον διακύβευμα: όλα τα κόμματα συμφωνούν ότι πρέπει να επιτρέπεται στους εκπατρισθέντες να ψηφίζουν από το εξωτερικό. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αντιπαραθέσεις σχετικά με συγκεκριμένες πρακτικές διατάξεις και το εύρος της εφαρμογής του υπό πρόταση νόμου. Στο πλαίσιο του προγράμματος για την Ελληνική Διασπορά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ρίχνουμε φως στην άποψη της ίδιας της διασποράς για το θέμα, η οποία δεν έχει ακουστεί επαρκώς σε αυτή τη συζήτηση.

Η έρευνά μας

Σε συνεργασία με το Οργανισμό Έρευνας και Ανάλυσης διαΝΕΟσις, το πρόγραμμα για την Ελληνική διασπορά του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, πραγματοποίησε έρευνα για την ελληνική διασπορά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η έρευνα, η οποία πρόκειται να δημοσιευθεί από τη διαΝΕΟσις τους προσεχείς μήνες, έδειξε ότι η συντριπτική πλειονότητα των ερωτηθέντων επιθυμεί να ψηφίζει στις εθνικές εκλογές από το εξωτερικό2. Αυτή η στάση επικρατεί ιδιαίτερα μεταξύ των προ-κρίσης μεταναστών και λιγότερο μεταξύ των μεταναστών της κρίσης το ένα τέταρτο των οποίων δηλώνουν ότι δεν ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στα πολίτικά πράγματα της Ελλάδας εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την απογοήτευσή τους από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. (Πίνακας 1).

Επιπλέον, η έρευνα μας δείχνει ότι, οι Έλληνες στο Ηνωμένο Βασίλειο προκρίνουν τη δυνατότητα ψήφου από το εξωτερικό ως τον προτιμότερο τρόπο προσέγγισης και συνεργασίας της ελληνικής κυβέρνησης με την ελληνική διασπορά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η διευκόλυνση της ψήφου από το εξωτερικό προκύπτει ως κυρίαρχο αίτημά τους από την ελληνική πολιτεία όπως και η διευκόλυνση επαγγελματικών και άλλων συνεργασιών με φορείς και επιχειρήσεις στην Ελλάδα και δευτερευόντως η συμμετοχή της στη χάραξη πολιτικής (Γράφημα 1). Σχετικώς πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι το δικαίωμα ψήφου είναι ο απλούστερος και λιγότερο δαπανηρός μηχανισμός διατήρησης δεσμών με τη διασπορά, ενώ η παροχή συμβουλών και η συμμετοχή των οργανώσεων της διασποράς προϋποθέτει την εμπειρογνωμοσύνη και την προθυμία συμμετοχής αντίστοιχα, αποκλείοντας έτσι έναν μεγάλο αριθμό μεταναστών.

Παράλληλα, φαίνεται ότι η έλλειψη συναίνεσης στην Ελλάδα για το εύρος της εφαρμογής του δικαιώματος ψήφου από το εξωτερικό αντανακλάται και στην ίδια τη διασπορά. Σύμφωνα με την έρευνά μας, οι απόψεις για το «ποιοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να ψηφίζουν» διίστανται μεταξύ αυτών που πιστεύουν ότι το δικαίωμα πρέπει να αποδοθεί μόνο σε όσους έχουν πιο στενή και πρόσφατη σχέση με την Ελλάδα (44,4%) και αυτών που πιστεύουν ότι όλοι θα πρέπει να έχουν αυτό το δικαίωμα (43%). Το ενδιαφέρον είναι ότι οι μετανάστες της κρίσης είναι υπέρ της μαξιμαλιστικής θέσης (47,5%) ενώ οι μετανάστες προ-κρίσης υποστηρίζουν την άποψη ότι το δικαίωμα ψήφου πρέπει να δοθεί μόνο σε όσους έχουν πιο πρόσφατη και στενή σχέση με την Ελλάδα (68,6%) ακόμη και αν σε αυτή την περίπτωση κάποιοι από αυτούς, λόγω αυτών των περιορισμών, δεν θα μπορούν να απολαμβάνουν το δικαίωμα (Πίνακας 2).

Σχετικά με το ερώτημα για την εκλογική περιφέρεια στην οποία θα μπορούν να ψηφίζουν οι Έλληνες του εξωτερικού, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων (33%) τοποθετείται υπέρ της ψήφου στην εκλογική περιφέρεια στην οποία είναι εγγεγραμμένοι, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο το αίτημά τους στο δικαίωμα για ισότιμη και ισοβαρή ψήφο (Γράφημα 2). Ωστόσο, το άθροισμα των απαντήσεων που προκρίνουν εναλλακτικές διαφοροποιήσεις της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού, όπως να ψηφίζουν μόνο για κόμματα ή να ψηφίζουν σε ένα χωριστό ψηφοδέλτιο με υποψηφίους της διασποράς συγκεντρώνει το διόλου ευκαταφρόνητο 39% των απαντήσεων. Αυτό σε συνδυασμό με το 23% αυτών που δεν παίρνουν θέση φανερώνει ότι οι Έλληνες της διασποράς στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχουν αποκρυσταλλωμένη άποψη για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί η διευκόλυνση άσκησης του δικαιώματος της ψήφου. Ταυτόχρονα φαίνεται να απορρίπτουν την πρόταση για ψήφο που θα αφορά μόνο το ψηφοδέλτιο επικρατείας.

Ναι, στην πραγματική και ουσιαστική «διευκόλυνση» της ψήφου

Ο όρος «διευκόλυνση» είναι κεντρικής σημασίας, επειδή η τρέχουσα συζήτηση αφορά στα μέλη της διασποράς που έχουν ήδη εκλογικό δικαίωμα, είναι δηλαδή εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους. Αυτό που απαιτείται για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους Έλληνες του εξωτερικού είναι να μεταβούν στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες της διασποράς είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν σημαντική προσπάθεια προκειμένου να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, να ξοδέψουν χρήματα σε εισιτήρια, τα οποία μπορεί να είναι ακριβά λόγω αυξημένης ζήτησης την περίοδο των εκλογών, να πάρουν άδεια (άνευ αποδοχών) από την εργασία τους και να υπερβούν διάφορα άλλα πρακτικά εμπόδια. Υπάρχει η ενδιαφέρουσα σύγκριση που γίνεται με άλλους ψηφοφόρους-ταξιδιώτες σχετικά με αυτήν την ανισότητα, τους ετεροδημότες, οι οποίοι, ωστόσο, έχουν τη δυνατότητα άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος μέσω της εγγραφής τους σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους στον δήμο στον οποίο διαμένουν με την υποβολή μιας απλής αίτησης. Για τους Έλληνες του εξωτερικού δεν υπάρχει αυτή η εναλλακτική και η μετάβαση στη χώρα είναι υποχρεωτική για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος.

Σχετικά με το διακύβευμα για το πού ψηφίζει κανείς, η επιστολική ψήφος, η οποία έχει θεσμοθετηθεί σε αρκετές χώρες,3 μπορεί να επιλύσει τα πρακτικά εμπόδια αλλά και να συμβάλλει στην αύξηση της συμμετοχής στις εκλογές συγκριτικά με την ψήφο που απαιτεί τη φυσική παρουσία των εκλογέων στην κάλπη. Πρακτικά, η πρόσβαση στα προξενεία είναι αρκετά δύσκολη για όσους διαμένουν στο εξωτερικό. Στις περισσότερες περιπτώσεις τo ταξίδι από τη μία πλευρά της χώρας στην άλλη προκειμένου να μεταβούν στο προξενείο, απαιτεί χρόνο και χρήμα. Οι πρόσφατες ευρωεκλογές για τους Έλληνες στο ΗΒ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα χαμηλής συμμετοχής καθώς το ταξίδι προς το προξενείο ήταν απαραίτητο δυο φορές, μία φορά για την εγγραφή του/της ψηφοφόρου και μία για την ψήφο. Στη συγκριτική μελέτη που έχουμε κάνει με άλλες χώρες (όπως η Σερβία) που έχουν θεσμοθετήσει το δικαίωμα ψήφου δια ζώσης, η ψήφος στις πρεσβείες συγκεντρώνει πολύ χαμηλό αριθμό ψηφοφόρων.

Η «διευκόλυνση» της ψήφου από το εξωτερικό υπόκειται σε περιορισμούς με βάση τη συμφωνία της κυβέρνησης με κόμματα της μείζονος και ελάσσονος αντιπολίτευσης. Τα κριτήρια που καθορίζονται για τη «διευκόλυνση» αφορούν τόσο την ύπαρξη οικονομικών δεσμών με την πατρίδα όσο και τη φύση και τη διάρκεια της παραμονής των αποδήμων στο εξωτερικό. Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, υπάρχουν βάσιμες ανησυχίες ότι οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ δικαιωμάτων ψήφου και πληρωμής φόρων ή ιδιοκτησίας στην Ελλάδα συνεπάγεται μια προβληματική αντίληψη που συνδέει την ιθαγένεια με οικονομικά κριτήρια. Όσον αφορά το δεύτερο προτεινόμενο κριτήριο, ο/η απόδημος Έλληνας/ίδα πρέπει να πιστοποιήσει 2 χρόνια παραμονής στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση των 35 ετών διαμονής στο εξωτερικό. Υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με το πώς το κράτος θα είναι σε θέση να καταγράψει σωστά ποιος διαμένει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και για πόσο καιρό.

Επίσης, δεν είναι ακόμη σαφές εάν κάποιος Έλληνας πολίτης που είναι κάτοικος άλλης χώρας, θα πρέπει να ακολουθήσει τη διαδικασία και να πληροί αυτά τα κριτήρια για να μπορεί να ψηφίσει, βάση αυτών των κριτηρίων, μόνο στο εξωτερικό, ή αν εξακολουθεί να υπάρχει η επιλογή απλώς να παραμείνει εγγεγραμμένος στον γενικό εκλογικό κατάλογο και να μεταβεί στην Ελλάδα κατά τη διεξαγωγή των εκλογών. Εάν ισχύει το τελευταίο, η πολυπλοκότητα των δύο κριτηρίων (διαμονή διάρκειας δύο ετών και φορολογική σχέση) εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το εάν κάποιος θα θελήσει να αντιμετωπίσει τη διοικητική ταλαιπωρία προκειμένου να εξασφαλίσει τα εκλογικά του δικαιώματα στο εξωτερικό, αντί «απλά» να μεταβεί στην Ελλάδα και να ψηφίσει στις εκλογές -τουλάχιστον για εκείνους που μπορούν να το αντέξουν οικονομικά. Η εναλλακτική αυτή γίνεται πιθανώς πιο ελκυστική καθώς η ψήφος στην Ελλάδα δε θα αφορά μόνο το ψηφοδέλτιο επικρατείας, όπως για τα υπόλοιπα μέλη της διασποράς, αλλά για τους βουλευτές της εκλογικής του περιφέρειας. Συνεπώς, κατά μία έννοια, οι Έλληνες πολίτες του εξωτερικού που είναι σε οικονομική θέση να το κάνουν αυτό στην ουσία μπορούν να «αγοράζουν» ευρύτερα εκλογικά δικαιώματα με τη μορφή ενός αεροπορικού εισιτηρίου.

Επιπροσθέτως, αξίζει να σημειωθεί ότι τα κριτήρια που θα ισχύσουν προκειμένου να προσδιορισθεί ποιοι Έλληνες πολίτες του εξωτερικού θα αποκτήσουν το δικαίωμα της εξ αποστάσεως ψήφου, δεν πρέπει να επιβάλλουν υπερβολικά επαχθές, χρονοβόρο και δαπανηρό κόστος απόδειξης για τη διασπορά, διότι αυτό θα υπονόμευε τον αρχικό σκοπό του νομοσχεδίου, δηλαδή τη «διευκόλυνση».

Αναγνωρίζοντας ότι η ψήφος των Ελλήνων πολιτών που ζουν στο εξωτερικό θα πρέπει να διευκολυνθεί και να έχει ίση βαρύτητα με την ψήφο των πολιτών που ζουν στην Ελλάδα, η συμφωνία που προκύπτει από τις διακομματικές διαπραγματεύσεις σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Είναι προφανής η ανάγκη για μια εκτεταμένη συναίνεση σε ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα όπως τα εκλογικά δικαιώματα. Ωστόσο, ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας συμβιβαστικής λύσης σε επίπεδο κομματικών προτεραιοτήτων. Στην περίπτωση της ψήφου της διασποράς, η διευκόλυνση πρέπει να σημαίνει διευκόλυνση και όχι απλώς μια ημιτελή μεταρρύθμιση ή δημιουργία ακόμη περισσότερων συγκεκαλλυμένων εμποδίων με τη μορφή επιπλέον κριτηρίων.

Ορισμένα ερωτήματα μετά τη «διευκόλυνση»

Δεδομένου ότι η διευκόλυνση της ψήφου των Ελλήνων πολιτών που διαμένουν στο εξωτερικό προϋποθέτει την πλειοψηφία 200 ψήφων στο ελληνικό κοινοβούλιο, μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργήσει περαιτέρω ερωτήματα σχετικά με τη φύση, τη συμπεριφορά και τον προσανατολισμό της ψήφου της διασποράς. Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας που ακροθιγώς αναλύσαμε παραπάνω είναι ενδεικτικά της μελλοντικής κατεύθυνσης της έρευνας σχετικά με την πολιτική συμμετοχή της διασποράς. Συγκεκριμένα τονίζουμε τη μεγάλη ποικιλία των απόψεων σχετικά με το ποιος θα έπρεπε να έχει δικαίωμα ψήφου, με τις γνώμες να διαφέρουν ως προς το αν μια πιο στενή και πρόσφατη σχέση με την Ελλάδα πρέπει να είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Αυτή η διαφοροποίηση απόψεων καθιστά επιτακτική την εξέταση του τρόπου με τον οποίο συνδέονται διαφορετικές ομάδες διασποράς με την Ελλάδα και των επιμέρους χαρακτηριστικών της κάθε ομάδας: κοινωνικοοικονομική κατάσταση, διάρκεια διαμονής στο εξωτερικό, χαρακτηριστικά χώρας υποδοχής και ούτω καθεξής. Οι λεπτομερείς εκφάνσεις του τρόπου διευκόλυνσης της ψήφου θα αξιολογηθούν και μέσω των επιπτώσεών τους στη διαμόρφωση της διασποράς ως ξεχωριστής πολιτικής κοινότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Θα αποδειχθεί καταλυτική η διευκόλυνση της ψήφου, ανεξάρτητα από τον πιθανό χρόνο και τους περιορισμούς διαμονής, στην πολιτική δέσμευση των κοινοτήτων της διασποράς με την Ελλάδα, ακόμη και στις τάξεις εκείνων των Ελλήνων πολιτών διαφορετικής εθνικότητας αλλά ελληνικής καταγωγής, στους οποίους εξακολουθεί να στερείται το δικαίωμα ψήφου; Ή θα δημιουργήσει διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εκείνων που ψηφίζουν και εκείνων που δεν έχουν το δικαίωμα να το κάνουν, πολώνοντας με αυτό τον τρόπο την ταύτιση και με την αποξένωση από την Ελλάδα;

Άλλα σημαντικά ερωτήματα στο πλαίσιο της συζήτησης για το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού είναι τα εξής: θα συμβάλει η διευκόλυνση της ψήφου στην κινητοποίηση της διασποράς για ζητήματα όπως η οικονομική πολιτική ή η μεταρρύθμιση του κράτους, πέραν των «εθνικών ζητημάτων», τα οποία μπορεί να φαίνονται «εγχώρια» αλλά μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο η διασπορά συνδέεται με την πατρίδα; Θα δώσει η διευκόλυνση στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου συλλογική φωνή στις αντιλήψεις της διασποράς σε θέματα όπως η επίδοση του κράτους και η ποιότητα της διακυβέρνησης στην Ελλάδα και θα δημιουργηθούν νέες μορφές κινητοποίησης της διασποράς; Ή η «διευκόλυνση» απλώς θα ενεργοποιήσει την παραδοσιακή δέσμευση της διασποράς με τα «εθνικά ζητήματα» και θα οδηγήσει στην αναζωογόνηση των ιστορικών μορφών συνεργασίας της διασποράς επικεντρωμένων γύρω από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας και τις διασπορικές οργανώσεις που καθορίζονται από τους επιμέρους δεσμούς με συγκεκριμένους τόπους και περιοχές της Ελλάδας;

Η άποψή μας από την Οξφόρδη

Ως ερευνητές του προγράμματος για την Ελληνική Διασπορά και κάποιοι από εμάς ως μέλη της Ελληνικής Διασποράς στο Ηνωμένο Βασίλειο, θεωρούμε ότι είναι καθήκον του ελληνικού κράτους η διευκόλυνση της ψήφου για τους πολίτες που ζουν στο εξωτερικό, όχι μόνο για τη διεύρυνση/εμπλουτισμό της δημοκρατίας ευρύτερα, αλλά και επειδή αυτή η διευκόλυνση θα σφυρηλατήσει περαιτέρω τους δεσμούς της ελληνικής ομογένειας με την πατρίδα, ιδιαίτερα για αυτούς που μετανάστευσαν κατά τα χρόνια της κρίσης, πολλοί από τους οποίους εκφράζουν την απογοήτευσή τους για το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα και την αδιαφορία τους για τα πολιτικά πεπραγμένα στη χώρα.

Η διευκόλυνση της ψήφου των Ελλήνων πολιτών που διαμένουν στο εξωτερικό είναι σημαντική στιγμή στην εξέλιξη των σχέσεων της διασποράς και της πατρίδας και συνιστά την απαρχή μιας νέας εποχής που θα δημιουργήσει νέα διακυβεύματα, συμμαχίες και προοπτικές και μια αδιαμφισβήτητη διεθνοποίηση της ελληνικής πολιτικής και των πολιτικών προκλήσεων.

X