Clawback στα φάρμακα: τι συμβαίνει στην Ευρώπη, σύμφωνα με τη βιομηχανία

Την εφαρμογή δοκιμασμένων ευρωπαϊκών πρακτικών για τη ρύθμιση της υπέρβασης (του clawback) ζητά η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των πολιτών και να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του κλάδου σε συνδυασμό με την ενίσχυση της έρευνας.

Προς το παρόν, η δομή του clawback στην Ελλάδα δεν έχει οριοθετηθεί. Σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Πολωνία και η Ιταλία, το μέτρο έχει εφαρμοστεί μέσω τεκμηριωμένων πρακτικών που δίνουν περιθώρια δράσης και ανάπτυξης, και μέσω συστημάτων τα οποία επιτρέπουν στις φαρμακοβιομηχανίες αφενός να υπολογίζουν το ύψος του ποσού που θα κληθούν να επιστρέψουν αργότερα αλλά και δίνοντας τους το περιθώριο, μέσω εξαιρέσεων,  να επενδύσουν στην καινοτομία και την ανάπτυξη.

Αντιθέτως στην Ελλάδα, το ποσό της υπέρβασης που καλείται να πληρώσει ο κλάδος μεγαλώνει συνεχώς. Σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές εκπτώσεις (rebates), το ποσό αυτό υπολογίζεται να αγγίξει το 1,5 δις για το 2018, όπως εκτιμά η φαρμακοβιομηχανία. Με άλλα λόγια, όπως υποστηρίζεται, η συνεισφορά των επιχειρήσεων στην κάλυψη της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης αναμένεται να ξεπεράσει το 38% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης το 2018.

Επιπλέον, η φαρμακοβιομηχανία δεν έχει λάβει προς το παρόν καμία επίσημη ενημέρωση από το Υπουργείο Υγείας για το νέο έτος, γεγονός το οποίο εγείρει ακόμη περισσότερα ερωτηματικά αναφορικά με τη πορεία του κλάδου φέτος, αφού οι ανάγκες αναμένεται να ξεπεράσουν και πάλι τα 2.5 δις ευρώ της πρόβλεψης του Υπουργείου για το 2019.

Στην Ευρώπη δίνουν περιθώρια

Ως μέτρο, το clawback έχει εφαρμοστεί ήδη σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ουγγαρία και η Ιταλία, με τη μορφή μηχανισμών που προστατεύουν τόσο τις ανάγκες της Πολιτείας όσο και της φαρμακοβιομηχανίας.

Βασικό εμπόδιο στην ανάπτυξη του κλάδου στην Ελλάδα όμως, αποτελεί η απουσία μιας ενσωματωμένης και ολοκληρωμένης πολιτικής στη βάση της συνυπευθυνότητας μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων.

Στις υποχρεώσεις του κλάδου έρχεται να προστεθεί και η στήριξη των ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων, οι οποίες καλύπτονται εν τέλει από την φαρμακοβιομηχανία, επίσης μέσω του clawback και δίχως την ενσωμάτωση τους στον προϋπολογισμό της Πρόνοιας.

Η φαρμακοβιομηχανία ζητά να εφαρμοστούν ήδη δοκιμασμένες πρακτικές για την ισοσκέλιση του συστήματος, όπως αυτές της Πορτογαλίας -που υπέγραψε αντίστοιχη τριετή συνεργασία με την Κυβέρνηση, αμέσως μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια-, ή του Βελγίου, το οποίο έχει θεσπίσει ως ανώτατο όριο συνεισφοράς των επιχειρήσεων το 2.5% της φαρμακευτικής δαπάνης, εάν αυτή υπερβεί την προϋπολογισθείσα.

Αντίστοιχο πρότυπο πρακτικής αποτελεί και αυτό της Γαλλίας, όπου η ανώτατη συνεισφορά των επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει το 10% του κύκλου εργασιών της εκάστοτε επιχείρησης, αλλά και η Ιταλία, όπου το clawback εφαρμόζεται όταν και εφόσον προκύψει υπέρβαση των ανώτατων ορίων για την εξωνοσοκομειακή και νοσοκομειακή δαπάνη.

Παρομοίως στην Πολωνία, το clawback εφαρμόζεται εφόσον η φαρμακευτική δαπάνη (συμπεριλαμβανομένων των συνταγογραφούμενων και νοσοκομειακών φαρμάκων) υπερβεί το 17% της συνολικής δαπάνης υγείας. Ωστόσο, από το clawback εξαιρούνται νοσοκομειακά φάρμακα και φάρμακα που βασίζονται στον μηχανισμό καταμερισμού κινδύνου.

Στην Αυστρία δε, το μέτρο της υποχρεωτικής επιστροφής δεν προβλέπεται, αλλά υπάρχει η λογική της εθελοντικής εισφοράς αλληλεγγύης εκ μέρους των επιχειρήσεων.

Εγκατάλειψη της έρευνας και της ανάπτυξης

Βασικό πρόβλημα για την φαρμακοβιομηχανία στην ελληνική επικράτεια αποτελεί και η έλλειψη κινήτρων και ενισχύσεων της έρευνας και των κλινικών μελετών. Από το 2015, σχεδόν 18.000 γιατροί και επιστήμονες εγκατέλειψαν την Ελλάδα προκειμένου να ασχοληθούν με την έρευνα και την ανάπτυξη του φαρμάκου σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπου μηχανισμοί όπως το clawback δεν περιορίζουν την εξέλιξη του κλάδου στο πεδίο της έρευνας, προβλέποντας εξαιρέσεις για τις κλινικές μελέτες και τα καινοτόμα φάρμακα.

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μονάχα ποσοτικό αλλά και ποιοτικό, καθώς μακροπρόθεσμα η απουσία προσωπικού στον τομέα της έρευνας θα έχει επιπτώσεις στην καινοτομία και την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα. Ενδεικτικό του βάθους του προβλήματος είναι και το ύψος της επένδυσης στην έρευνα: μόλις 50 εκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που σε χώρες όπως το Βέλγιο το ποσό αυτό αγγίζει τα 2.5 δις, όπως αναφέρουν εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την Ελλάδα, κανονισμοί όπως αυτός της Ουγγαρίας, προστατεύουν και ενισχύουν την έρευνα και την ανάπτυξη, εξαιρώντας το ποσό της επένδυσης των βιομηχανιών από τις υποχρεώσεις τους σε clawback. Μάλιστα στην Ουγγαρία, παρά το ότι ο μηχανισμός του clawback υφίσταται, δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ έως τώρα, χάρη σε άλλους μηχανισμούς, βάσει των οποίων επιτυγχάνεται η εξισορρόπηση του προϋπολογισμού.

X