Βρυξέλλες, η νέα Μόσχα για τους Ανατολικοευρωπαίους;

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Οι πρωθυπουργοί των χωρών του Βίζεγκραντ καμαρώνουν για τη συνεργασία τους σε μια πρόσφατη συνάντησή τους στο Κατοβίτσε. [EPA-EFE/ANDRZEJ GRYGIEL]

Μέχρι το 2030, η ΕΕ θέλει να μειώσει τις εκπομπές CO2 κατά 55%. Στο πακέτο μέτρων με την χαρακτηριστική ονομασία «Fit for 55», η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υποβάλει συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ωστόσο, ειδικά στην Ανατολική Ευρώπη, οι προτάσεις αυτές αντιμετωπίζουν σκληρή κριτική, κάτι που πολλοί φοβούνται ότι θα επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα. Γιατί όμως η ανάγκη γενναίων αποφάσεων για το κλίμα συνεχίζει να αντιμτωπίζεται με τόση καχυποψία από τους πολίτες και πολλά κόμματα στις ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες;

Οπως για παράδειγμα εξηγούσε πρόσφατα ο Ρίχαρντ Φίλτσακ μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Σλοβακίας και ειδικός σε θέματα ερευνών της κοινής γνώμης για περιβαλλοντικά ζητήματα “η κριτική προς την πράσινη ατζέντα γενικότερα πρέπει να γίνει κατανοητή στο πλαίσιο των τοπικών πολιτικών σκηνών και αφηγήσεων. Προκύπτει εν μέρει από την ισχυρή πολιτική επιρροή της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σχολής σκέψης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, σε συνδυασμό με τον εθνικισμό και την αυξανόμενη δυσπιστία προς τη «Δύση». Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, εμφανίστηκε ένας έξαλλος «αντικομμουνισμός χωρίς κομμουνιστές», όπου ο οικονομικός σχεδιασμός, η επισήμανση των αποτυχιών της αγοράς ή η ομιλία για την κοινωνική δικαιοσύνη χαρακτηρίζονται ως επιστροφή στο παρελθόν, «αριστερά» ή ενάντια στην «ελευθερία»”.

Τα κόμματα που έχουν μια σαφή περιβαλλοντική ατζέντα όπως οι Πειρατές στην Τσεχία ή το Προοδευτικό Κόμμα στη Σλοβακία είναι ρητορικά «πράσινα», ωστόσο είναι γενικά αδύναμα στον συνηθισμένο δημόσιο λόγο και δεν επηρεάζουν τις τάσεις του εκλογικού σώματος. Από την άλλη μεριά ισχυρά συντηρητικά κόμματα που έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης σε χώρες όπως η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Πολωνία προσφεύγουν συχνά σε μια εύκολη επιχειρηματολογία δαιμονοποίησης των Βρυξελλών, τις οποίες δεν διστάζουν να χαρακτηρίσουν ως «νέα Μόσχα» για να ξυπνήσουν ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες αντανακλαστικά από την εποχή της σοβιετικής παρουσίας στην περιοχή.

Την ίδια στιγμή ακραίες εθνικιστικές δυνάμεις κάνουν ακόμα λόγο για «κλιματική απάτη» και θεωρούν ότι οι πόροι για την πράσινη ανάπτυξη είναι «πεταμένα λεφτά», που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε άλλους τομείς.

Οι «Βρυξέλλες» κατηγορούνται επίσης ότι ανοίγουν το δρόμο για φιλικές εταιρείες από τη Δύση που δραστηριοποιούνται στον τομέα, για να «πάρουν πίσω» τα χρήματα που εισρέουν από τα κοινοτικά κονδύλια. Τέτοιου είδους θεωρίες είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στις κοινωνίες αυτές, ειδικά στην επαρχία και συνολικά στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, από τη στιγμή μάλιστα που οι κυβερνήσεις δεν έχουν καταβάλει καμιά σοβαρή προσπάθεια για να τις αντιμετωπίσουν.

Οι φόβοι στους οποίους ποντάρουν όσοι καλλιεργούν τέτοιες θεωρίες εντοπίζονται σε δύο επίπεδα: Πρώτον στο ενδεχόμενο η «πράσινη μετάβαση» να προκαλέσει δυσβάστακτες οικονομικές επιβαρύνσεις στους ήδη φτωχότερους. Το παράδειγμα της ηλεκτροκίνησης είναι ενδεικτικό. Πολλοί θεωρούν ότι ίσως μετά το 2035 το αυτοκίνητο να μετατραπεί σε είδος πολυτελείας για τους «μη έχοντες».

Δεύτερον στον κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής. Ολες οι χώρες του αποκαλούμενου Βίζεγκραντ (Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Τσεχία) κατόρθωσαν να προσελκύσουν ξένους επενδυτές, οι οποίοι άνοιξαν στην περιοχή εργοστάσια σε «παραδοσιακούς» κλάδους της βιομηχανίας, από τους οποίους πολλοί θεωρούνται πια ρυπογόνοι. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για μικρότερες εγχώριες επιχειρήσεις.

Αυτό που δεν εξηγούν οι κυβερνήσεις προς τους πολίτες τους, αν και συνήθως υλοποιούν την κοινοτική νομοθεσία έστω και με σφιγμένα τα δόντια, είναι ότι το μοντέλο που προέκυψε μετά τις αλλαγές του 1990 αρχίζει να δείχνει τα όρια του.

Οι οικονομίες πράγματι ενσωματώθηκαν από τότε επιτυχώς σε διεθνείς αλυσίδες προστιθέμενης αξίας, αλλά κυρίως ως πάροχοι φθηνού, εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και ανταγωνιστικών τοπικών συνθηκών. «Η έρευνα και η ανάπτυξη, οι υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας παραμένουν, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, στις «μητρικές χώρες», και αυτό που βρίσκεται εδώ είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στον απορρυπαντισμό – για παράδειγμα, χαλυβουργεία, χυτήρια, χημική βιομηχανία, επεξεργασία μετάλλων» σημείωνε στην ίδια συνέντευξη του ο Φίλτσακ.

Μπορεί λοιπόν οι Ανατολικοευρωπαίοι να έχουν αποκτήσει κακή φήμη, αλλά δεν φταίνε μόνο αυτοί. Οι οικονομίες τους θα χρειαστούν «διπλές και τριπλές δόσεις» δομικών μεταρρυθμίσεων για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο μοντέλο που προωθούν οι Βρυξέλλες, διατηρώντας παράλληλα την κοινωνική τους συνοχή και αντιμετωπίζοντας σοβαρά ζητήματα, όπως η «διαρροή εγκεφάλων» και η γήρανση του πληθυσμού, που επιδεινώνουν σημαντικά το πρόβλημα και γεννούν νέες αντιστάσεις. Το σίγουρο είναι ότι για να πάρουν σάρκα και οστά τα φιλόδοξα σχέδια της Κομισιόν για το περιβάλλον θα πρέπει να «αγκαλιαστούν» από όλες τις χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο της μισής. Θα πρέπει να πείσουν και πολίτες που είναι καχύποπτοι και διστακτικοί. Αυτό δεν γίνεται μόνο με «γλυκές» ρητορείες.