Ο σκληρός νέος κόσμος, η στρατηγική Ερντογάν και η τουρκική οικονομία

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

[amna.gr]

του Γιώργου Παπανικολάου*

Τις τελευταίες μέρες, υπήρξαν δύο δημοσιεύματα που θεωρώ ότι συνιστούν απαραίτητο ανάγνωσμα, για όποιον θέλει να κατανοήσει την επιδείνωση στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας, αλλά και την «κεντρική ιδέα» του σχεδίου Ερντογάν, στο οποίο έχει υποταχθεί και η οικονομική πραγματικότητα της Τουρκίας.

Το άρθρο του “Politico” με τίτλο «Πώς η Τουρκία στρατικοποίησε την εξωτερική της πολιτική» όχι μόνο εξηγεί την προσπάθεια του Ερντογάν να εγκαθιδρύσει τη γείτονα ως Ισλαμική Περιφερειακή Δύναμη, ισότιμο συνομιλητή των μεγάλων δυνάμεων, αλλά σημειώνει ότι μέχρι στιγμής τουλάχιστον το σχέδιο αυτό εξελίσσεται ομαλά, με την Τουρκία να μένει στο απυρόβλητο, κάτι που δημιουργεί προφανώς στην ηγεσία της, την πεποίθηση πως είναι εξαιρετικά πολύτιμη γεωπολιτικά, για να υποστεί συνέπειες από τη Δύση.

Καταδεικνύει όμως και πώς ο Ερντογάν χρησιμοποιεί την «αναγέννηση» μιας εν δυνάμει «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» στο εσωτερικό, πείθοντας μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης ότι τα τρέχοντα δεινά της οικονομίας οφείλονται σε εξωτερικούς παράγοντες και συνιστούν το «τίμημα» που πρέπει να πληρωθεί για την επιστροφή στο Μεγαλείο.

Το δεύτερο άρθρο, του καθηγητή Οικονομίας Κώστα Μελά, στο SLpress.gr με τίτλο «Γιατί η υπό κατάρρευση τουρκική οικονομία δεν καταρρέει» ερμηνεύει τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας της γείτονος, ως απότοκο της υποταγής της στο στρατηγικό όραμα του Ερντογάν, μέρος του οποίου είναι η ανάπτυξη και ισχυρής αμυντικής βιομηχανίας. Καταλήγει, δε, στο συμπέρασμα ότι ναι μεν το όλο εγχείρημα είναι μακροπρόθεσμα υψηλού κινδύνου, πλην όμως, αν αναμένουμε «σωτηρία», λόγω επικείμενης κατάρρευσης της τουρκικής οικονομίας, τότε κινδυνεύουμε να απογοητευθούμε…

Ο υπογράφων το παρόν αμφιβάλλει βάσιμα όχι μόνο για το εάν και πότε θα επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία από την Ευρώπη (ήδη συζητάμε για τον Δεκέμβρη και λογικά «έχει ο… Αλλάχ», μια και μιλάμε για την Ευρώπη), αλλά και για το κατά πόσον θα έχουν οιοδήποτε σοβαρό αποτέλεσμα.

Δεδομένου του ύψους των ευρωπαϊκών (και πρωτίστως γερμανικών) επενδύσεων στην Τουρκία, αλλά και της εμπλοκής των ευρωπαϊκών τραπεζών (ιδίως δε των Ισπανικών, ως λέγεται) στον δανεισμό της καθώς και του εμπορίου, τυχόν «βαριές κυρώσεις» θα πονέσουν και την Ευρώπη, εκτός από την Τουρκία.

Σε κάθε περίπτωση, δε, είχαμε την ευκαιρία να δούμε και στο παρελθόν ότι οι κυρώσεις σπανίως πετυχαίνουν τον στόχο τους σε ό,τι αφορά τη μεταστροφή πολιτικής, είτε πρόκειται για τη Ρωσία και την Κίνα είτε για το Ιράν και παλαιότερα το Ιράκ.

Στην πραγματικότητα, οι κυρώσεις, αν και όταν έχουν ευρύ φάσμα εφαρμογής, ισοδυναμούν με την κήρυξη ενός «αναίμακτου» πολέμου, προκειμένου να αποφευχθεί ο αιματηρός. Και τις προτιμούν χώρες με οικονομική ισχύ, που όμως δεν προτίθενται να ρίξουν στη φωτιά τα στρατεύματά τους.

Η πρακτική αυτή ωστόσο έχει περιορισμούς που αναδεικνύονται ολοένα και περισσότερο στην εποχή μας για δύο λόγους. Πρώτον, ότι αφ’ ης στιγμής υπάρχουν εκτεταμένες οικονομικές σχέσεις, που δεν είναι καθαρά ετεροβαρείς, ισοδυναμούν μερικώς και με «αυτοτιμωρία» εκείνου που τις επιβάλλει.

Δεύτερον -και πολύ σημαντικό- ότι οι οπαδοί της «στρατικοποίησης της εξωτερικής πολιτικής» κατά κανόνα λειτουργούν σε πολύ διαφορετικές κοινωνίες, από τις Δημοκρατίες της Δύσης, κι έχουν εντελώς διαφορετικές δυνατότητες απορρόφησης των κοινωνικών και οικονομικών κραδασμών. Κι αν μη τι άλλο, έχουν τη δυνατότητα, ακριβώς μέσω της χρήσης στρατιωτικής ισχύος, είτε να δημιουργήσουν τετελεσμένα σε σύντομο χρόνο είτε να εκβιάσουν καταστάσεις, με τρόπο που δεν θεραπεύεται από την εξ ορισμού μακρόχρονη διαδικασία των οικονομικών κυρώσεων.

Δυστυχώς, οι οπαδοί της θεωρίας ότι η στρατιωτική ισχύς είναι ξεπερασμένη φαίνεται τα τελευταία χρόνια να διαψεύδονται πανηγυρικά, τόσο από τη Ρωσία και την Κίνα (που σπεύδει να κατοχυρώσει τη θέση της με διαφορά δεύτερης στρατιωτικής δύναμης στον κόσμο) όσο και από «επιθετικές» χώρες της περιφέρειας όπως η Τουρκία.

Θύμα βεβαίως αυτών των εξελίξεων είναι η έννοια του Διεθνούς Δικαίου, που με τόσο κόπο αναδείχθηκε και υποστηρίχθηκε, με σαφώς Δυτική «αντίληψη» μετά τον καταστρεπτικό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όσοι αμφιβάλλουν περί αυτού, ας αναλογιστούν για παράδειγμα εάν υπέστη κάποιες σοβαρές συνέπειες η Κίνα, είτε για την υπόθεση της Θάλασσας της Νότιας Κίνας (στην οποία κάνει τα ίδια και χειρότερα από αυτά που κάνει η Τουρκία στη γειτονιά μας) είτε για την καταστρατήγηση της συμφωνίας περί το Χονγκ Κονγκ. Αν και από μόνο του το παράδειγμα της ρωσικής προσάρτησης της Κριμαίας θα έπρεπε να είναι αρκετό.

Ζούμε σε ένα νέο, πολύ πιο σκληρό γεωπολιτικά κόσμο, που θυμίζει όμως έντονα τις παλαιές ταραγμένες εποχές, πριν χωριστεί ο κόσμος ουσιαστικά σε δύο τεράστια γεωπολιτικά «μπλοκ». Κι αυτό δυστυχώς είναι «φυσιολογικό», υπό την έννοια ότι έχουμε αναδιάταξη «τεκτονικών πλακών» στις διεθνείς σχέσεις, μέσα από την υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών, την ανάδυση της Κίνας και την προσπάθεια εκμετάλλευσης των κενών που προκύπτουν, από διάφορες περιφερειακές δυνάμεις.

Με άλλα λόγια, ο «αναθεωρητισμός» τείνει πλέον να εξελιχθεί σε κύριο παράγοντα άσκησης πολιτικής διεθνώς, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, μετά από δεκαετίες στις οποίες υπήρξε άλλοτε απόλυτη και άλλοτε σχετική επικυριαρχία του «status quo», όπως το ερμήνευαν και το επιθυμούσαν οι δύο υπερδυνάμεις και στη συνέχεια η μία. Η πανδημία, δε, ως φαίνεται, ενεργεί ήδη ως «επιταχυντής» και σε αυτή την περίπτωση, καθώς οι χώρες με υψηλότερη ευμάρεια και εδραιωμένους δημοκρατικούς θεσμούς εμφανίζονται περισσότερο ευάλωτες στις κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειές της.

Για να επιστρέψουμε όμως στα δικά μας, οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, ιδίως δε η κυβέρνηση, δεν γίνεται να περιοριστούν σε επικλήσεις ή θρήνους για το διεθνές δίκαιο (το οποίο ορθώς επικαλούμαστε ως χώρα -και πρέπει να συνεχίσουμε). Πρέπει να θυμηθούν τις παλαιότερες, ταραγμένες εποχές των Βαλκανίων και τις αμέτρητες ιστορικά φορές που η παρέμβαση των ισχυρών υπέρ του «δικαίου» είτε εκφράστηκε με καθυστέρηση είτε δεν ήρθε… ποτέ!

Διότι η περίφημη «στρατηγική ψυχραιμία», όταν καταλήξει να στηρίζεται στην ελπίδα του… ανέλπιστου, μετατρέπεται σε στρατηγικό αδιέξοδο, επιφέροντας ολέθρια πολιτικά και εθνικά αποτελέσματα.

*Διευθυντής του Euro2day.gr και της Media2day

X