Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ευνοεί το Καζακστάν

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

«Οι απειλές από την πλευρά της Ρωσίας κατά της εθνικής ακεραιότητας του Καζακστάν υπήρξαν συχνές και εκφράστηκαν από επίσημα χείλη». [unsplash/CHUTTERSNAP]

Όταν η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία το 2014, πολλοί στο Καζακστάν εκτίμησαν ότι η χώρα τους θα ήταν ο επόμενος στόχος της Μόσχας. Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις τους ήταν προσεκτικές, σε μια προσπάθεια να κρατηθούν οι ισορροπίες ανάμεσα στο μεγαλύτερο οικονομικό εταίρο της χώρας και την επιθυμία για συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Οι σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία και το Καζακστάν ήταν τεταμένες ήδη από την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991. Η Ρωσία επανειλημμένα υποστήριξε τους Ρώσους και Κοζάκους αποσχιστικών κινημάτων. Οι βλέψεις της στον εκβιομηχανισμένο βορρά της κεντρασιατικής χώρας, στα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου και ουρανίου έχουν συχνά αποκαλυφθεί από αξιωματούχους του Κρεμλίνου. Σε τέτοιο βαθμό που σε ανύποπτο χρόνο ο Πρόεδρος Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ είχε αναφερθεί σε «μεθόδους Χίτλερ».

Η εισβολή πάντως της Ρωσίας στην Ουκρανία απομακρύνει τις χώρες της Κεντρικής Ασίας από τη Μόσχα. Για το Καζακστάν παρουσιάζεται μια διπλή ευκαιρία: οικονομική και πολιτική. Η στροφή της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου προς την ατομική ενέργεια αποτελεί εν δυνάμει ευκαιρία για τη χώρα να αναδειχθεί σε σημαντικό ενεργειακό εταίρο της Ευρώπης.
Παράλληλα, η διεθνής απομόνωση της Ρωσίας μειώνει τον κίνδυνο εισβολής και μαλακώνει την κριτική της ΕΕ στην κυβέρνηση της Νουρσουλτάν (όπως ονομάζεται από το 2019 η πρωτεύουσα).

Προσπάθειες αποστασιοποίησης

Αν και τα ΜΜΕ επηρεάζονται ακόμα από τη Ρωσία, η κυβέρνηση επέτρεψε στις 6 Μαρτίου αντιπολεμική διαδήλωση στην οικονομική πρωτεύουσα Αλμάτι στην οποία συμμετείχαν 3000 άτομα (σημαντικός αριθμός για τα δεδομένα της χώρας) που φώναζαν «Ζήτω η Ουκρανία» και ζητούσαν να παραπεμφθεί ο Βλαντίμιρ Πούτιν σε δίκη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Το Καζακστάν απείχε από την ψηφοφορία του ΟΗΕ για την ρωσική εισβολή, αλλά απέφυγε επιμελώς να εκδηλώσει οποιασδήποτε μορφής υποστήριξή προς τη Μόσχα.

Την 1η Μαρίου ο Πρόεδρος Kassym-Jomart Tokayev δήλωσε ότι η χώρα του πρέπει να είναι με το μέρος της ειρήνης και επικοινώνησε τηλεφωνικά και με τον Πούτιν και με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντιμίρ Ζελένσκι.

Πάντως, όπως φαίνεται από δηλώσεις αξιωματούχων, το Καζακστάν απομακρύνεται σταθερά από τη Ρωσία.

Ρωσική μειονότητα και ρωσικές βλέψεις

Η ανεξαρτησία του Καζακστάν βρήκε τη χώρα σε μια δύσκολη δημογραφική πραγματικότητα. Οι Καζάκοι αποτελούσαν την μειοψηφία ενώ οι Ρώσοι την πλειοψηφία. Η κατάσταση αυτή άλλαξε στα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν.

Την περιοχή που σήμερα καταλαμβάνει η κεντροασιατική δημοκρατία κατοικούσαν νομάδες πριν την Επανάσταση του 1917. Κατά τις περιόδους 1920-21 και 1926-39 όταν το σοβιετικό καθεστώς επέβαλε δια της βίας την μόνιμη εγκατάσταση των νομάδων, ο πληθυσμός των Καζάκων μειώθηκε δραματικά. Υπολογίστηκε από τις απογραφές πληθυσμού ότι έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από ένα εκατομμύριο. Εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστευσαν στην Κίνα, ή μετακινήθηκαν στην υπόλοιπη Κεντρική Ασία και τη Σιβηρία.

Την κατάσταση επιβάρυνε η εγκατάσταση αποίκων – κυρίως Ρώσων, Λευκορώσων και Ουκρανών – μια πολιτική που εντατικοποιήθηκε στις δεκαετίες 1950-70.

Το 1979 στην Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία του Καζακστάν οι Ρώσοι αποτελούσαν το 41% του πληθυσμού ενώ οι Καζάκοι το 36%.

Η κυβέρνηση της χώρας αναγκάστηκε να πάρει μέτρα υπέρ της προσέλκυσης των Καζάκων που ζούσαν στις υπόλοιπες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες και την Κίνα και σήμερα αυτοί αποτελούν το 67,5% του πληθυσμού ενώ ο αριθμός των Ρώσων έχε υποχωρήσει στο 19,8%.
Οι γλώσσα τους είναι ιδιαίτερα πλούσια με σημαντική λογοτεχνία, γεγονός που την κάνει την γλώσσα με τις λιγότερες ρωσικές επιρροές στην Κεντρική Ασία. Το 1979 την μιλούσε το 97,5% των Καζάκων.

Το γεγονός πάντως της παρουσίας συμπαγών ρωσικών πληθυσμών σε αρκετά σημεία της χώρας διατηρούσε ενεργές τις βλέψεις της Ρωσίας στην περιοχή.
Ήδη από το 1990 η Μόσχα ενίσχυε ομάδες Ρώσων και Κοζάκων στα βόρεια της χώρας που επιδίωκαν την απόσχιση μεγάλων περιοχών.

Το 1996 κοζάκικες παρακρατικές ομάδες επιδίωξαν την απόσχιση επαρχιών. Τον ίδιο χρόνο μια Επιτροπή της ρωσικής Δούμας δήλωνε την έντονη ανησυχία της για την ασφάλεια των Ρώσων του Καζακστάν. Το 1997 η ρωσική συνοριοφυλακή αποφάσισε να παράσχει βοήθεια στις κοζάκικες παραστρατιωτικές ομάδες. Και, το 1999 έγινε απόπειρα απόσχισης τμήματος στα ανατολικά της χώρας.

Το Καζακστάν είναι ρωσικό;

Οι απειλές από την πλευρά της Ρωσίας κατά της εθνικής ακεραιότητας του Καζακστάν υπήρξαν συχνές και εκφράστηκαν από επίσημα χείλη.

Τον Νοέμβριο του 1993 ο τότε υπουργός εξωτερικών της Ρωσία Αντρέι Κοζίρεφ δήλωνε ότι η Ρωσία ήταν διατεθειμένη να αντιδράσει σκληρά αν χρειαζόταν για να προστατεύσει τα δικαιώματα των Ρώσων στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Ασφαλώς αποτελεί έκπληξη ότι ο ίδιος πολιτικός, τρείς δεκαετίες μετά, κάλεσε τους διπλωμάτες της χώρας του να παραιτηθούν σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το 1993 πάντως, η δήλωσή του προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Προέδρου του Καζακστάν, ο οποίος σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters δήλωσε ότι «όταν κάποιος μιλάει για την προστασία των Ρώσων όχι στη Ρωσία αλλά στο Καζακστάν, θυμάμαι τα χρόνια του Χίτλερ, ο οποίος άρχισε προστατεύοντας τους Γερμανούς της Σουδητίας».

Το 2014 ο Πούτιν στον απόηχο της προσάρτησης της Κριμαίας είχε δηλώσει ότι «ο Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ δημιούργησε ένα κράτος σε μια περιοχή όπου ποτέ δεν υπήρχε κρατική οντότητα… Οι Καζάχοι δεν είχαν ποτέ κανένα κράτος».

Ακολούθησαν δηλώσεις βουλευτών του κόμματός του που καλούσαν τη Ρωσία να προσαρτήσει το βόρειο Καζακστάν. Στον χορό είχε προστεθεί και ο ακροδεξιός σύμμαχος του Πούτιν Βλαντίμιρ Ζιρινόβσκι, ο οποίος ζητούσε την προσάρτηση ολόκληρης της χώρας και τη δημιουργία μιας «Κεντροασιατικής Ομοσπονδίας».

Αλλά το ιδεολόγημα που κυριαρχεί στο Κρεμλίνο διατηρείται «ζεστό» και από άλλους. Ο βουλευτής του κόμματος του Πούτιν Vyacheslav Νikonov τον Δεκέμβριο του 2020 αμφισβήτησε την ίδια την ύπαρξη του Καζακστάν αναφέροντας ότι η περιοχή ήταν «έρημος νομάδων» που η Ρωσία έκανε δώρο στη Σοβιετική Ένωση. Ο Νικόνοφ είναι εγγονός του Βιάτσεσλαβ Μολότοφ, αρχιτέκτονα του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ το 1939, που άνοιξε το δρόμο για την ναζιστική επίθεση στην Πολωνία.

Τον ίδιο χρόνο, ακόμα ένας βουλευτής του κόμματος Ενωμένη Ρωσία, ο Yevgeny Fyodorof, μίλησε για «δώρο» της Ρωσίας στην ΕΣΣΔ. Ο Φιόντοροφ είναι μέλος του Κεντρικού Πολιτικού Συμβουλίου του κόμματος και αρχηγός του ακροδεξιού Εθνικού Κινήματος Απελευθέρωσης.
Καζακστάν-ΕΕ: νέες προοπτικές ενεργειακής συνεργασίας;

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει ήδη δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία του Καζακστάν. Ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης που στις αρχές του έτους είχε υπολογιστεί στο 3.9% τώρα υπολογίζεται στο 2.1%.

Το 90% των εξαγωγών φυσικού αερίου του Καζακστάν γίνονται μέσω της Ρωσίας. Το ίδιο και του πετρελαίου του οποίου η παραγωγή έχει ήδη μειωθεί εξαιτίας των κυρώσεων.
Η νέα κατάσταση ανοίγει το δρόμο για νέες οικονομικές συνεργασίες με σημαντικούς παίκτες όπως η ΕΕ, οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Τουρκία.

Στις αρχές Απριλίου συναντήθηκε στις Βρυξέλλες το συμβούλιο συνεργασίας ΕΕ-Καζακστάν. Αυτή τη φορά η καζακική αντιπροσωπεία ήταν πολυπληθής και υψηλού επιπέδου. Συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι υπουργοί εξωτερικών και οικονομίας και οι αναπληρωτές τους, καθώς και η επίτροπος ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Timur Suleimenov, αναπληρωτής διευθυντής του γραφείου του προέδρου Tokayev και από τους πιο στενούς συνεργάτες του, σε συνεντεύξεις του ήταν απόλυτα σαφής για τη στάση του Καζακστάν.

Όπως δήλωσε στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα Euractiv στις 29 Μαρτίου, «ακόμα και αν είμαστε τμήμα της οικονομικής ένωσης με τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και άλλες χώρες, είμαστε επίσης μέρος της διεθνούς κοινότητας».

Ο ίδιος την επομένη κάλεσε στην συνέντευξή του στην ιστοσελίδα Ρolitico τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στη Ρωσία να μεταφέρουν την έδρα τους στο Καζακστάν, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η χώρα του είναι «η πιο δυτικοποιημένη της Κεντρικής Ασίας».

Το Καζακστάν είναι η μεγαλύτερη χώρα παραγωγής ουρανίου παγκοσμίως. Η μετάβαση από το ρωσικό φυσικό αέριο στην ατομική ενέργεια που πολλές ευρωπαϊκές χώρες βλέπουν ως λύση στην εξασφάλιση της ενεργειακής τους ασφάλειας, θα μπορούσε να αναβαθμίσει τις σχέσεις της χώρας με τη Δύση.

Ο βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον δήλωσε στις 28 Μαρτίου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να αυξήσει την χρήση ατομικής ενέργειας κατά 25%. Ο ενεργειακός σουηδικός κολοσσός Vattenfall ΑΒ προμηθεύεται ουράνιο από το Καζακστάν το οποίο είναι ο τρίτος προμηθευτής ουρανίου στην ΕΕ.

Καθώς οι τιμές του ουρανίου έχουν υπερδιπλασιαστεί από τον Ιανουάριο του 2021, οι προβλέψεις για τις συμφωνίες που θα κλείσει με την ΕΕ η εθνική εταιρεία Kazatomprom είναι εξαιρετικά αισιόδοξες.