H Γερμανία ψάχνει την έξοδο από μια αυτοκτονική ακινησία

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Στα 16 χρόνια διακυβέρνησης από την Άνγκελα Μέρκελ η Γερμανία ήταν σαν να βρέθηκε στον αυτόματο πιλότο τη στιγμή, που όλος ο κόσμος γύρω της άλλαζε. [EPA-EFE/JOHANNES STEIN]

Ο Ευάγγελος Αντώναρος, βαθύς γνώστης της γερμανικής πολιτικής σκηνής εξηγεί γιατί η επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα κριθεί από το αν θα μπορέσει να βγάλει τη χώρα από ένα καθεστώς άνετης μεν, αλλά αυτοκτονικής σε βάθος χρόνου ακινησίας.

Μονολεκτικά και με απόλυτη σιγουριά απάντησε στο ερώτημα αν θα γίνει καγκελάριος ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών Όλαφ Σόλτς στο τρέχον τεύχος του γερμανικού περιοδικού ντερ Σπίγκελ: «ΝΑΙ».

Οι πιθανότητες να φτάσει στον στόχο του είναι, πράγματι, πολύ μεγάλες. Είναι γνωστός άλλωστε για την αυτοπεποίθηση που τον διακρίνει ο μέχρι σήμερα Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας. Αλλά ο ευθύς τρόπος με τον οποίο την εκδηλώνει στη συνέντευξη, που έδωσε ο Σόλτς εξυπηρετεί συγκεκριμένους στόχους: Πρώτον, να πείσει ακόμη περισσότερους συμπολίτες του ότι είναι όχι μόνο ικανός αλλά και πανέτοιμος να κυβερνήσει.

Και δεύτερον – και κυριότερο – να στείλει μήνυμα στα δυο μικρότερα κόμματα, που πρόκειται να μετάσχουν στον μελλοντικό κυβερνητικό συνασπισμό, τους Πράσινους και τους Ελευθεροδημοκράτες (Φιλελεύθερους), ότι με αυτόν στην κορυφή της κυβέρνησης ΠΡΕΠΕΙ να κυβερνήσουν κι όχι με τους ηττημένους Χριστιανοδημοκράτες.

Πράγματι προς τα εκεί φαίνεται να συγκλίνουν όλες οι ενδείξεις μετά τις εκλογές θρίλερ της προπερασμένης Κυριακής. Αυτό δείχνουν οι πρώτες — πολύ προσεκτικές για την ώρα — επαφές μεταξύ των κομμάτων που μιλούν για «διερευνητικές συναντήσεις» κι όχι για διαπραγματεύσεις. Αυτό φαίνεται πια ξεκάθαρα να θέλουν κι οι περισσότεροι Γερμανοί σε όλες τις μετρήσεις που γίνονται, κι εκεί, σχεδόν με καταιγιστικό ρυθμό. Συντριπτικές πλειοψηφίες προτιμούν τον Σόλτς στο θώκο του καγκελαρίου και αποφαίνονται ότι οι Χριστιανοδημοκράτες πρέπει να περάσουν μετά την 16χρονη κυριαρχία της Άνγκελα Μέρκελ στην αντιπολίτευση.

Ενας δρόμος με εμπόδια

Ο δρόμος όμως μέχρις εκεί είναι ακόμη μακρύς. Και με αρκετά εμπόδια στην διαδρομή. Η Γερμανία κυβερνιέται βέβαια παραδοσιακά εδώ και πολλές δεκαετίες από κυβερνήσεις συνασπισμού. Ο σχηματισμός όμως αυτών των κυβερνήσεων, ειδικά τα τελευταία 15 χρόνια, δεν ήταν πάντα εύκολος. Οι διαπραγματεύσεις διαρκούν πολλούς μήνες. Ο γνωστός γερμανικός σχολαστικισμός επιβάλλει τη σύναψη πολύ λεπτομερειακών πρωτοκόλλων συνεργασίας, που καλύπτουν πόλλους τόμους. Μέχρι να υπογραφεί η τελική συμφωνία επικρατεί μια σχετική αβεβαιότητα. Την τελευταία φορά η σχεδιαζόμενη συγκυβέρνηση Χριστανοδημοκρατών-Πρασίνων και Φιλελεύθερων σκόνταψε τη τελευταία στιγμή στην άρνηση των τελευταίων να κάνουν κι άλλες υποχωρήσεις – κι αποχώρησαν.

Έτσι δεν ειναι φρόνιμο να προτρέχει κανείς με προβλέψεις. Αυτό είναι το ένα θέμα και, κατά τη γνώμη μου, το λιγότερο σημαντικό. Γιατί η Γερμανία και λόγω των αντιλήψεων του πολιτικού προσωπικού της, αλλά και των διατάξεων του συντάγματος της διοικείται συνήθως με σταθερότητα, αλλά και με μια συνηθως βαρετή προβλεψιμότητα. Αυτό είναι και το δεύτερο και ουσιαστικότερο θέμα:

Στα 16 χρόνια διακυβέρνησης από την Άνγκελα Μέρκελ η Γερμανία ήταν σαν να βρέθηκε στον αυτόματο πιλότο τη στιγμή, που όλος ο κόσμος γύρω της άλλαζε. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο ελάττωμα που καταλογίζουν, εκ των υστέρων βέβαια, αρκετοί στη Μέρκελ: Ότι δεν κυβερνούσε δηλαδή με όραμα, κάνοντας ανοίγματα και κοιτάζοντας τολμηρά στο μέλλον, αλλά διαχειριζόταν μια σταθερή κατάσταση.

Το αποτέλεσμα; Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν ότι η Γερμανία έμεινε πίσω σε θέματα ψηφιοποίησης, δηλαδή εκσυγχρονισμου του κράτους, έγκαιρης προσαρμογής σε νέες τάσεις στην οικονομία, όπως την ηλεκτροκίνηση στην αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά και ανάληψης σημαντικών πρωτοβουλιών στον χώρο της ευρωαικής ενοποίοησης.

Η συρίκνωση των κομμάτων ευρείας λαϊκής βάσης

Πολλοί Γερμανοί που ανήκουν στις νεώτερες γενιές φαίνεται να έχουν γυρίσει την πλάτη γι αυτούς και άλλους λόγους στα δυο «κόμματα ευρείας λαϊκής βάσης» (Volksparteien), όπως τους αρέσει να αυτοαποκαλούνται οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες. Ετσι σήμερα και οι δύο μαζί δεν συγκεντρώνουν καλά καλά πια 50 % των ψήφων.

Η επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα κριθεί συνεπώς για το αν θα μπορέσει να βγάλει τη μεγαλύτερη χώρα και τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης από αυτό το καθεστώς της άνετης μεν, αλλά αυτοκτονικής σε βάθος χρόνου ακινησίας.

Πραγματικά δύσκολο εγχείρημα σε μια χώρα, όπου κανείς δεν τολμά λίγο πολύ να αγγίξει τα κεκτημένα. Οπου οι κοινωνικές παροχές εξακολουθούν να είναι γενναιόδωρες. Οπου η πλειοψηφία των πολιτών αντιμετωπίζει με – ιστορική ενδεχομένως – δυσπιστία τον αυξανόμενο ρόλο της χώρας τους στα διεθνή πράγματα, Οπου οι νέοι είναι όλο και πιο ανυπόμονοι κι οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, και στην πολιτική, δεν δείχνουν ακόμη διατεθειμένοι να παραδώσουν τα ηνία.

Καλή και χρήσιμη λοιπόν η αισιοδοξία του Ολαφ Σόλτς. Αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να αποδείξει στην πράξη ότι είναι κάποιος. που δεν ενδιαφέρεται απλώς να συνεχίσει τις πολιτικές Μέρκελ. Γι αυτό θα κριθεί.

————————————————————

Ο κ. Ευάγγελος Αντώναρος εργάστηκε επί χρόνια ως ανταποκριτής μεγάλων γερμανικών ΜΜΕ στην Ελλάδα. Διετέλεσε βουλευτής και κυβερνητικός εκπρόσωπος στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.