Εκλογές στην Τουρκία: η χώρα σε ένα ακόμη σταυροδρόμι

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

[Reuters]

*Η Amanda Paul είναι Senior Policy Analyst στο πρόγραμμα «η Ευρώπη στον κόσμο» στο European Policy Centre και ο Demir Murat Seyrek είναι Senior Policy Advisor στο European Foundation for Democracy.

Στις 24 Ιουνίου, η Τουρκία θα πραγματοποιήσει πρόωρες προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές, σχεδόν 17 μήνες νωρίτερα από ό,τι είχε προγραμματιστεί αρχικά. Το αποτέλεσμα θα αλλάξει θεμελιωδώς την τουρκική πολιτική από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό μοντέλο διακυβέρνησης, το οποίο θα παραχωρήσει στον πρόεδρο ευρύτατες εξουσίες.

Ο πρόεδρος Ερντογάν ανακοίνωσε τις πρόωρες εκλογές με την προσδοκία ότι έτσι θα ενισχύσει τις πιθανότητες να νικήσει ο ίδιος και το κυβερνών Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), ενώ παράλληλα θα προκαλέσει έκπληξη στην αντιπολίτευση. Ωστόσο, η ιστορικά κατακερματισμένη αντιπολίτευση της Τουρκίας κινητοποιήθηκε γρήγορα. Για πρώτη φορά, είναι ενωμένη. Πολιτικά κόμματα από διαφορετικά υπόβαθρα και ιδεολογίες συμμαχούν με έναν κοινό σκοπό – να νικήσουν τον Ερντογάν και να εγκαθιδρύσουν ξανά ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Ωστόσο, η τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι νέοι αμφιλεγόμενοι εκλογικοί νόμοι και τα μέσα ενημέρωσης που κυριαρχούνται από το ΑΚΡ θα αποτελέσουν μια σοβαρή πρόκληση για την αντιπολίτευση.

Γιατί πρόωρες εκλογές;

Τρία βασικά ζητήματα εξηγούν γιατί ο Ερντογάν προτίμησε τις πρόωρες εκλογές. Πρώτον, η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας επιδεινώνεται. Σύμφωνα με έρευνα του Απριλίου 2018 από την ανεξάρτητη εταιρεία δημοσκόπησης Gezici, το 48,6% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι η οικονομία είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Τουρκίας. Η αναμονή μέχρι τον Νοέμβριο του 2019 θα μπορούσε να αποδειχθεί επικίνδυνη. Χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η οικονομία φαίνεται να επιδεινώνεται περαιτέρω, γεγονός που θα μπορούσε να κοστίσει σε ψήφους.

Δεύτερον, ο Ερντογάν δεν θέλει να αναλάβει τον κίνδυνο ενός φτωχού αποτελέσματος στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου του 2019, από φόβο ότι αυτό θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην έκβαση της εθνικής ψηφοφορίας. Το ΑΚΡ παραδοσιακά κερδίζει λιγότερες ψήφους στις τοπικές κάλπες. Ιδιαίτερη ανησυχία υπάρχει επίσης στις πόλεις της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης που διοικούνται από το AKP. Εάν το ηχηρό «όχι» που επικράτησε εκεί κατά το συνταγματικό δημοψήφισμα το 2017 επαναληφθεί, η ήττα για το ΑΚΡ θα μπορούσε να υπονομεύσει και την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων στο κόμμα.

Τέλος, το AKP μαζί με το σύμμαχό του, το Κόμμα Εθνικιστικής Κίνησης (MHP), δεν ήθελαν να τρέξει στις εκλογές το νεοσυσταθέν Κόμμα του Καλού (IYI) της Meral Akşener. Ωστόσο, με τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής, μια μη αναμενόμενη κίνηση του Kemal Kılıçdaroğlu, ηγέτη του Δημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε. Ο Kılıçdaroğlu  δάνεισε στο κόμμα IYI 15 βουλευτές για να επιτραπεί στο κόμμα να ξεπεράσει το όριο των 20 εδρών του τουρκικού κοινοβουλίου και να εισέλθει στον εκλογικό αγώνα.

Οι κύριοι παίκτες και το τώρα ή ποτέ για την αντιπολίτευση

Το ΑΚΡ, το MHP, το οποίο υποστήριξε το AKP ήδη από το συνταγματικό δημοψήφισμα του Απριλίου 2017, και το περιθωριακό Ισλαμιστικό Εθνικιστικό Κόμμα Μεγάλης Ενότητας (BBP) του Mustafa Destici αποτελούν τη «Λαϊκή Συμμαχία». Εάν δεν επρόκειτο για αυτή τη συμμαχία, ούτε το MHP ούτε το BBP θα ξεπερνούσαν το όριο του 10% για να μπουν στο κοινοβούλιο.

Την αντετιθέμενη «Συμμαχία του ‘Εθνους» αποτελούν το κεντροαριστερό κόμμα CHP, το κεντροδεξιό κόμμα IYI, το κόμμα Ισλαμική Ευδαιμονία (Saadet) του Temel Karamollaoğlu και το μικρό αλλά ιστορικά και συμβολικά σημαντικό κεντροδεξιό Κόμμα Δημοκρατών (Demokrat). Η συμμαχία αυτή ενώνει διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες γύρω από κοινούς στόχους όπως ο εκδημοκρατισμός, η προστασία των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών, το κράτος δικαίου και η επιστροφή σε ένα ενισχυμένο κοινοβουλευτικό σύστημα.

Το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού (HDP) δεν αποτελεί μέρος αυτών των δύο κύριων εκλογικών συμμαχιών.

Ενώ η κατακερματισμένη αντιπολίτευση της Τουρκίας έχει ωφελήσει μακροπρόθεσμα το κόμμα του ΑΚΡ, τους τελευταίους 12 μήνες έχει αντιστρέψει το παιχνίδι του κόμματος. Η στενή της ήττα στο συνταγματικό δημοψήφισμα τον Απρίλιο του 2017, ενίσχυσε ιδιαίτερα την αυτοπεποίθηση της. Από τότε που προκηρύχθηκαν οι εκλογές, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επέδειξαν ένα πρωτοφανές επίπεδο αλληλεγγύης και ετοιμότητας να προχωρήσουν σε θυσίες.

Όταν το AKP και το MHP συνωμότησαν για να κάνουν αλλαγές στο εκλογικό σύστημα ώστε να επιτραπούν οι εκλογικές συμμαχίες, επιδίωκαν να εξασφαλίσουν τη νίκη τους. Ωστόσο, τώρα η αντιπολίτευση χρησιμοποίησε αυτή τη στρατηγική εναντίον τους. Αυτή η συμμαχία ήταν απροσδόκητη και θα μπορούσε να αποτρέψει το σχέδιο του ΑΚΡ. Σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις, η Λαϊκή Συμμαχία ίσως χρειαστεί να παλέψει για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο.

Στις προεδρικές εκλογές, ο Ερντογάν θα εκπροσωπήσει τη Λαϊκή Συμμαχία. Η Συμμαχία του Έθνους συζήτησε την επιλογή να προτείνει έναν υποψήφιο εναντίον του Ερντογάν. Η υποψηφιότητα του  πρώην προέδρου Abdullah Gül συζητήθηκε, αλλά δεν έγινε πραγματικότητα λόγω της άρνησης εκ μέρους του Κόμματος IYI και πολλών μελών του CHP.

Συνεπώς, κάθε κόμμα θα έχει τον δικό του υποψήφιο: το CHP θα έχει τον Muharrem Ince, μαζί με την Akşener του κόμματος IYI και τον Karamollaoğlu του Saadet. Το HDP θα εκπροσωπηθεί από τον φυλακισμένο πρώην ηγέτη του, τον Selahattin Demirtaş. Ο Doğu Perinçek, ηγέτης του μικρού φιλορωσικού αριστερο-εθνικιστού Πατριωτικού Κόμματος (VP), θα αγωνιστεί επίσης.

Με τέτοια ισχυρά ονόματα που ενώνουν τις δυνάμεις τους, οι συνδυασμένες ψήφοι για τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα μπορούσαν να εμποδίσουν τον Ερντογάν από το να περάσει το όριο του 50% στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών.

Ως εκ τούτου, στις 8 Ιουλίου ίσως διεξαχθεί ένας επαναληπτικός γύρος μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης συμφώνησαν να υποστηρίξουν οποιοδήποτε υποψήφιο τρέξει κατά του Ερντογάν. Αυτή η ενότητα είναι πρωτοφανής στην ιστορία της Τουρκίας.

Σε περίπτωση δεύτερου γύρου, οι Κούρδοι ψηφοφόροι θα αποδειχθούν κρίσιμοι. Για τον Ερντογάν, θα είναι δύσκολο να συγκεντρώσει τις ψήφους τους, όχι τουλάχιστον ενόψει της φυλάκισης εκλεγμένων κουρδικών νομοθέτων, συμπεριλαμβανομένου του Demirtaş. Στο τέλος, αν και το HDP έχει αποκλειστεί από τις εκλογικές συμμαχίες, το μήνυμά του θα μπορούσε να καθορίσει το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών με το 10% που θα μπορούσε να συγκεντρώσει στον πρώτο γύρο.

Η τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι νέες αμφιλεγόμενες εκλογικές νομοθεσίες και τα μέσα ενημέρωσης που επικρατούν στο ΑΚΡ θα αποτελέσουν μια σημαντική πρόκληση για την αντιπολίτευση. Για παράδειγμα, το κοινοβούλιο ψήφισε πρόσφατα νομοσχέδιο που επιτρέπει στους αξιωματούχους των εκλογών να δέχονται μη σφραγισμένα ψηφοδέλτια ως έγκυρα, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για εκλογική απάτη. Νέοι κανονισμοί για τον περαιτέρω έλεγχο της εγχώριας πρόσβασης σε διεθνείς δημοσιεύσεις και τον περιορισμό των τοπικών ανεξάρτητων ραδιοτηλεοπτικών φορέων, συμπεριλαμβανομένου του αποκλεισμού ιστοτόπων, είναι επίσης προβληματικοί. Αυτοί οι περιορισμοί δίνουν στον Ερντογάν και στο κόμμα του ένα πλεονέκτημα τόσο στην προεκλογική εκστρατεία όσο και στην μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Σε δήλωση του την 24η Απριλίου, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης δηλώνει πως «ανησυχεί βαθύτατα ότι αυτό το αρνητικό πλαίσιο θα εμποδίσει τη διεξαγωγή και την οργάνωση πραγματικά δημοκρατικών εκλογών».

Πρώτη Δημοσίευση: www.epc.eu

X