Έχουμε σκεφτεί πως θα είναι η μετά-Πούτιν Ρωσία;

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

«Ο ρωσικός λαός είναι ποτισμένος με αυτή την ιδεολογία, μισεί την διαφορετικότητα στο εσωτερικό και τους εκπροσώπους της ελευθερίας στο εξωτερικό». [EPA-EFE/ VYACHESLAV PROKOFYEV / KREMLIN P]

Η συνέχιση της αιματηρής εισβολής στην Ουκρανία, παρά τις στρατιωτικές αποτυχίες, έχει φέρει στην ημερήσια διάταξη τη συζήτηση για την πτώση του Βλαντίμιρ Πούτιν. Η εισβολή συνοδεύτηκε από εγκλήματα πολέμου και σαφή πρόθεση εκτεταμένης εθνοκάθαρσης. Επίσης αποκάλυψε την πιο σκοτεινή πλευρά των σημερινών Ρώσων: βιασμοί ακόμα και παιδιών, δολοφονίες αμάχων, λεηλασίες και ρευστοποίηση της λείας σε οργανωμένα παζάρια.

Παράλληλα, το φως της δημοσιότητας είδαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες μέρος της σημερινής νομενκλατούρας διαφωνεί με τους χειρισμούς του προέδρου Πούτιν και ανησυχεί για τις επιπτώσεις της έντονης αντιπαράθεσης με την Δύση.

Η ρωσική οικονομία καταρρέει κάτω από τις κυρώσεις και πιθανόν η Ρωσία θα πτωχεύσει το επόμενο διάστημα.

Όλα δείχνουν ότι ο Πούτιν θα πέσει. Πώς; Σε αυτό μόνον υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Η ιστορία μας προσφέρει ποικίλα παραδείγματα για το πως πέφτει ένας δικτάτορας και το καθεστώς του. Η πτώση του Πούτιν θα μπορούσε να είναι έργο των ανθρώπων του καθεστώτος – που φαίνεται να είναι το πιο πιθανό – ή το αποτέλεσμα μιας με τον ένα ή άλλο τρόπο καθοδηγούμενης πάλι από καθεστωτικούς κύκλους λαϊκής εξέγερσης ή συνέπεια μιας ήττας στον πόλεμο.

Το ζητούμενο πάντως είναι τι θα ακολουθήσει. Πως θα είναι το νέα πολιτικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί στη Ρωσία μετά τον Πούτιν; Θα είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία με οικονομία της αγοράς ή μια άλλη μορφή αυταρχισμού με στοιχεία κρατικού ή ολιγαρχικού καπιταλισμού;

Με πιο απλά λόγια, θα βρει η Ρωσία τον δρόμο της δίπλα στις υπόλοιπες δημοκρατίες της Ευρώπης όταν ο δικτάτορας θα ανήκει στο παρελθόν;

Οι άνθρωποι των καθεστώτων

Τι θα γίνουν οι άνθρωποι του Πούτιν μετά την πτώση του; Τι θα γίνει με όλους εκείνους που από διάφορες θέσεις υπηρετούν το καθεστώς του; Αστυνομικούς, αξιωματικούς, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, δημόσιους λειτουργούς, καλλιτέχνες και πολλούς άλλους; Θα ακολουθήσουν δίκες τουλάχιστον για κάποιους των οποίων η εμπλοκή σε εγκλήματα πολέμου θα είναι εμφανής και αποδεδειγμένη;

Η ιστορία μας διδάσκει ότι σε μεγάλο βαθμό οι άνθρωποι του προηγούμενου καθεστώτος παραμένουν στο νέο. Ίσως σε διαφορετική θέση ή με διαφορετικό ρόλο. Αλλά παραμένουν ώστε να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή ισορροπία και να μην υπονομευθεί από την αρχή το νέο καθεστώς ή η νέα δημοκρατική κυβέρνηση.

Η Ιταλία είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα ομαλής ενσωμάτωσης ανθρώπων του προηγούμενου – φασιστικού – καθεστώτος στο νέο δημοκρατικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε μετά τον πόλεμο. Εκεί, τα περισσότερα στελέχη του φασιστικού κόμματος αμνηστεύθηκαν και τους επιτράπηκε η συμμετοχή στην πολιτική ζωή μέσα από τις γραμμές ενός νεοφασιστικού κόμματος, του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος. Ο ρόλος του Παλμίρο Τολιάτι, του αρχηγού του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στην εξέλιξη αυτή υπήρξε πρωταγωνιστικός.

Στην Γερμανία ακολουθήθηκαν διαφορετικοί τρόποι. Στην Δυτική ήταν επόμενο την πτώση του ναζιστικού καθεστώτος να ακολουθήσουν οι δίκες των αρχηγών του Τρίτου Ράιχ – ή όσων ζούσαν ακόμα. Στη συνέχεια τα μεσαία στελέχη του κόμματος σιωπηλά ενσωματώθηκαν στην οικονομία της χώρας και κάποια, όχι πολλά, έκαναν και πολιτική καριέρα. Η Ανατολική Γερμανία αντίθετα ακολούθησε μια πιο ριζοσπαστική λύση. Όχι μόνο ενσωμάτωσε τα μεσαία στελέχη του ναζιστικού κόμματος, στρατού και αστυνομίας στις δομές ασφαλείας της χώρας αλλά και ίδρυσε πολιτικό κόμμα για τους πρώην ναζί. Το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (NDPD) δημιουργήθηκε από τις αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας το 1948 και διατηρήθηκε με σταθερή εκπροσώπηση στην ανατολικογερμανική «βουλή» μέχρι το 1989. Η ιδέα ήταν η ίδια με των Ιταλών. Η ενσωμάτωση έμπειρων στελεχών και η κοινωνική ειρήνη.

Ένα άλλο αξιοπρόσεκτο παράδειγμα είναι η Ισπανία, τον εκδημοκρατισμό της οποίας ανέλαβε ένα κόμμα – η Λαϊκή Συμμαχία, μετέπειτα Λαϊκό Κόμμα – του οποίου επικεφαλής ήταν ο Φράγκα Ιριμπάρνε, πρώην υπουργός του Φράνκο, και στελέχη του πρώην αξιωματούχοι του φρανκικού καθεστώτος.

Τα ίδια βέβαια είδαμε στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης αλλά και στις πρώην χώρες της ΕΣΣΔ, όπου την είσοδο στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς ανέλαβαν εξολοκλήρου άνθρωποι των υπό διάλυση, μετάλλαξη ή απαγόρευση κομμουνιστικών κομμάτων.

Θα συμβεί κάτι διαφορετικό στη Ρωσία; Το πιθανότερο είναι όχι. Ακόμα και αν γίνουν κάποιες δίκες – οι άνθρωποι των καθεστώτων θυσιάζουν με εντυπωσιακή ευκολία τους αρχηγούς τους όπως πρόσφατα είδαμε στη Σερβία με την παράδοση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να δικαστεί για εγκλήματα πολέμου – αυτές θα είναι περιορισμένες.

Οι πιο γνωστοί άνθρωποι του Πούτιν θα αποσυρθούν πιθανόν σε φορολογικούς παραδείσους και στελέχη του στρατού θα βγουν σε χρυσή σύνταξη.

Η χαμένη ευκαιρία για τον εκδημοκρατισμό

Ο κύριος αντίπαλος του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ την περίοδο που αυτός οραματιζόταν την δημοκρατική και οικονομικά αποτελεσματική μεταρρύθμιση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ο Μπορίς Γιέλτσιν. Όταν ανέλαβε την προεδρία της Ρωσίας το 1991, προσπάθησε να εισάγει στη χώρα του τις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς ως προϋπόθεση για την επιτυχία της πρώτης.

Ο Γιέλτσιν, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων της σοβιετικής νομενκλατούρας. Αυτοί, όχι μόνο στάθηκαν εμπόδιο στην μεταρρυθμιστική πολιτική του αλλά υπονόμευσαν την ίδια την εξουσία του.

Οι αντίπαλοί του από το 1991 μέχρι το 1999, ήταν κατά κανόνα εθνικιστές κομμουνιστές όπως ο Γκενάντι Ζιουγκάνοφ που ίδρυσε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και νεοφασίστες όπως ο Βλαντίμιρ Ζιρινόφσκι, ιδρυτής και ηγέτης του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας.

Την ίδια περίοδο νεοφασίστες όπως ο Αλεξάντρ Ντούγκιν, νεοναζί όπως ο Έντουαρντ Λιμόνοφ, αντισημίτες όπως ο Αλέγκ Πλατόνοφ, γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου για την Ιστορία του Ρωσικού Πολιτισμού, ή τρομοκράτες όπως ο αρχηγός των φασιστικών παραστρατιωτικών ταγμάτων της Εθνικής Ρωσικής Ενότητας Αλεξάντερ Μπαρκάσοφ αποκτούσαν ερείσματα στη ρωσική νεολαία.

Οι περιορισμένες ικανότητες του Γιέλτσιν, η απουσία δημοκρατικής παράδοσης, ο υπόγειος και με σοβιετικές μεθόδους πόλεμος που του έγινε, η απόπειρα πραξικοπήματος και πολλά άλλα οδήγησαν στην αποτυχία των στόχων του. Ο πόλεμος στην Τσετσενία, που ξεκίνησε το 1994, απελευθέρωσε άγρια ρατσιστικά αισθήματα στον πληθυσμό και επέτρεψε την άνοδο του Πούτιν στην εξουσία πέντε χρόνια αργότερα.

Την ίδια περίοδο που ο Γιέτσιν προσπαθούσε να εφαρμόσει το φιλελεύθερο πρόγραμμά του, οι νεοφασίστες, νεοναζί, εθνικιστές και εθνικιστές-κομμουνιστές άπλωναν τα πλοκάμια τους στη ρωσική κοινωνία.

Στις προεδρικές εκλογές του 1996, ο Γιέλτσιν επανεξελέγη με λιγότερες από δέκα ποσοστιαίες μονάδες διαφορά έναντι του αντιπάλου του Ζιουγκάνοφ.

Το 1998, ο Γιέλτσιν είχε ήδη διαλέξει τον Πούτιν ως διάδοχό του. Στις συνομιλίες που είχε τότε με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπίλ Κλίντον – και οι οποίες δημοσιεύθηκαν πριν λίγα χρόνια – είχε εκφράσει την βεβαιότητα ότι αυτός θα ακολουθούσε την ίδια πορεία φιλελευθεροποίησης με τον ίδιο.

Πόσο δημοκρατική είναι η ρωσική κοινωνία;

Έχοντας υπόψη τα προηγούμενα, οι προβλέψεις για την μετά τον Πούτιν εποχή δεν μπορεί να είναι αισιόδοξες.

Ό Πούτιν δημιούργησε ένα καθεστώς που στηρίζεται στην προσωπολατρία, το ισχυρό κυβερνητικό κόμμα, μια ομάδα πολιτικά ελεγχόμενων ολιγαρχών που ο ρόλος τους στο σύστημα δεν διαφέρει από εκείνον που είχαν τα μέλη της νομενκλατούρας την περίοδο του κρατικού καπιταλισμού.

Το καθεστώς του στηρίζεται σε ιδεολογία – τον Ευρασιατισμό, τη ρωσική εκδοχή του φασισμού – και αποβλέπει στην δημιουργία μιας εθνικής υπερδύναμης στη θέση της διαλυμένης πολυεθνικής ΕΣΣΔ. Ο θεωρητικός του ρωσικού φασισμού Αλεξάντρ Ντούγκιν είναι σήμερα ανάμεσα στους συμβούλους του Πούτιν. Οι ιδέες του αποτελούν σύμφωνα με πολλούς ένα είδος επίσημης κυβερνητικής ιδεολογίας.

Ο ρωσικός λαός είναι ποτισμένος με αυτή την ιδεολογία, μισεί την διαφορετικότητα στο εσωτερικό και τους εκπροσώπους της ελευθερίας στο εξωτερικό. Αρκετά ρεπορτάζ έγκυρων ΜΜΕ όπως το γαλλικό TV5 έχουν καταγράψει τον μεταφυσικό και εντελώς ξένο στον δυτικό πολιτισμό τρόπο που πολλοί Ρώσοι αντιμετωπίζουν τον χαμό των ανθρώπων τους που υπηρετούν στο στρατό. Ένα μεγάλο τμήμα του ρωσικού πληθυσμού μοιάζει υπνωτισμένο από ένα ζοφερό μείγμα θεωριών συνομωσίας, θρησκοληψίας και μίσους.

Παρόλα αυτά είδαμε πολλούς Ρώσους ακαδημαϊκούς, καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, καλλιτέχνες και μερικούς διπλωμάτες να καταδικάζουν την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την πολιτική του Πούτιν. Είδαμε εκατοντάδες και χιλιάδες να διαδηλώνουν κατά του πολέμου και της εισβολής. Ακόμα, εκατοντάδες ήταν οι Ρώσοι στρατιώτες που τις πρώτες ημέρες της εισβολής παραδίδονταν στον Ουκρανικό στρατό.

Πόσο ισχυρή όμως μπορεί να είναι μια φιλελεύθερη και δημοκρατική αντιπολίτευση σε μια χώρα όπου είναι αδύνατη η διάδοση αντίθετων ιδεών και η διεξαγωγή δημοσκοπήσεων, η καταστολή είναι άγρια – ας θυμηθούμε τους δολοφονημένους αντιπολιτευόμενους τον Πούτιν – και το αποτέλεσμα των εκλογών νοθευμένο;