30 χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το Κρεμλίνο επαναλαμβάνει παλιά ψέματα

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Η Άννα Φοτίγκα είναι Πολωνή ευρωβουλευτής της Ομάδας των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR), μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας. [Credit: ECR Group]

Η Άννα Φοτίγκα είναι Πολωνή ευρωβουλευτής της Ομάδας των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR), μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας.

Πριν από 30 χρόνια, πάρθηκε κι επίσημα η απόφαση για το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης, επιβεβαιώνοντας την πραγματικότητα. Ούτε η οικονομία ούτε οι πολιτικές συνθήκες της εποχής μπορούσαν να κρατήσουν πλέον μια τέτοια τεχνητή αυτοκρατορία ενωμένη. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επέστρεψε την ελευθερία σε πολλά έθνη. Παρά το γεγονός ότι το πείραμα της ΕΣΣΔ υποδούλωσε και συνέτριψε την ανεξαρτησία πολλών εθνών στην Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, τα επακόλουθα της κατάρρευσής της συνεχίζουν να διαμορφώνουν το πολιτικό όραμα του Βλαντιμίρ Πούτιν, καθώς και την εσωτερική και εξωτερική πολιτική του. Σήμερα, η Ουκρανία και ο λαός της Λευκορωσίας πληρώνουν το υψηλότερο τίμημα. Αλλά δεν μπορούμε να είμαστε αφελείς – οι προσπάθειες ανατροπής της ειρηνικής διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και η εκ νέου επιβολή της σφαίρας επιρροής της θα έχει επιζήμιες συνέπειες για όλους μας. Όσο περισσότερο περιμένουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα, τόσο υψηλότερο θα είναι το κόστος που θα επιβληθεί από το Κρεμλίνο.

Επιτρέψτε μου να το υπενθυμίσω με σαφήνεια: μεταξύ 1919 και 1921, στην προσπάθειά τους να οικοδομήσουν τη σοβιετική αυτοκρατορία, οι Μπολσεβίκοι συνέτριψαν τα ανεξάρτητα κράτη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, της Ουκρανικής Λαϊκής Δημοκρατίας, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γεωργίας, της Δημοκρατίας της Αρμενίας, καθώς και τα αναδυόμενα κράτη της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου. Ο πολωνικός στρατός σταμάτησε την πορεία του προς τη Δύση τον Αύγουστο του 1920 στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Ωστόσο, το Κρεμλίνο δεν εγκατέλειψε ποτέ την πολιτική του «go West» και αφού βρήκε σύμμαχο στη ναζιστική Γερμανία, η ΕΣΣΔ επιτέθηκε ξανά στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939.

Ακούσαμε πολλά ψέματα για τη σοβιετική ιστορία, συμπεριλαμβανομένων δικαιολογιών για εξωτερικές επιθέσεις και εσωτερικές καταπιέσεις. Σήμερα, 30 χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, συνεχίζουμε να ακούμε κύματα καινούργιων ψεύτικων αφηγήσεων που προέρχονται από τους νέους και παλιούς κατοίκους του Κρεμλίνου. Το έργο μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι επιτυχές στην καταπολέμηση των προσπαθειών της Ρωσίας να επαναφέρει το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ του 1939. Μια από τις πρωτοβουλίες μας ήταν το ψήφισμα για τη Σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης, που υιοθετήθηκε στην 80ή επέτειο του συμφώνου και των μυστικών πρωτοκόλλων του. Το παραπάνω σύμφωνο αποτελεί μια σατανική συμφωνία που διχοτόμησε την Ευρώπη και τα εδάφη των ανεξάρτητων κρατών μεταξύ δύο ολοκληρωτικών καθεστώτων και τελικά ήταν αυτό που άνοιξε το δρόμο για το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για χρόνια, η Σοβιετική Ένωση ισχυριζόταν ότι το σύμφωνο ήταν απλώς μια δυτική πλαστογραφία και ότι δεν υπήρχε τέτοιο έγγραφο στα σοβιετικά αρχεία. Το 2019, ο «επίδοξος ιστορικός» Βλαντίμιρ Πούτιν αποκάλεσε το σύμφωνο «μια αναγκαία ρεαλιστική πολιτική επιλογή που έκανε ο Στάλιν κάτω από δύσκολες συνθήκες». Αξιοσημείωτο είναι ότι η σοβιετική προπαγάνδα ισχυριζόταν ότι τα κράτη της Βαλτικής προσχώρησαν εθελοντικά στην ΕΣΣΔ μετά από αυθόρμητες και ταυτόχρονες επαναστάσεις της εργατικής τάξης, ενώ οι καταπιεσμένοι Λευκορώσοι και Ουκρανοί έλαβαν τις ίδιες αποφάσεις σε «ανοιχτά και ελεύθερα» δημοψηφίσματα. Παραδόξως, μόλις λίγες εβδομάδες μετά από αυτές τις «ομόφωνες αποφάσεις», εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι απελάθηκαν στη Σιβηρία.

Ανάμεσα στα πολλά ψέματα της «σοβιετικής ιστορίας», επιτρέψτε μου να επικεντρωθώ σε ένα που είναι τέλειο για την κατανόηση της ρωσικής στρατηγικής, αλλά και της δυτικής αδυναμίας: το ψέμα του Κατίν. Την άνοιξη του 1940, περίπου 22.000 Πολωνοί αξιωματικοί, στρατιώτες και αστυνομικοί που ήταν έγκλειστοι σε σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης δολοφονήθηκαν με εντολή των ανώτατων αρχών της κομμουνιστικής Ρωσίας. Σύμφωνα με τις συστάσεις, οι αξιωματικοί του NKVD (Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων) έπρεπε να σκοτώσουν τους Πολωνούς χωρίς δίκη. Απώτερος στόχος της γενοκτονίας της πολωνικής ελίτ ήταν η κατάκτηση της Πολωνίας και στη συνέχεια – της Δύσης. Ο Στάλιν δεν δίστασε να πει προσωπικά ψέματα για την τύχη των αγνοούμενων Πολωνών στρατιωτών, διαβεβαιώνοντας τον Πολωνό πρωθυπουργό ότι όλοι οι Πολωνοί είχαν απελευθερωθεί, αλλά δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, επειδή οι Σοβιετικοί «έχασαν τα ίχνη τους» στη Μαντζουρία. Αρκετούς μήνες αργότερα, όταν βρέθηκαν οι μαζικοί τάφοι και η πολωνική κυβέρνηση πίεσε για μια διεθνή έρευνα, ο Στάλιν το χρησιμοποίησε ως πρόσχημα για να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις. Η απόφαση του Ουίνστον Τσώρτσιλ και του Φράνκλιν Ρούζβελτ να αποφύγουν το πρόβλημα και να αποκρύψουν την αλήθεια έγιναν ένα καθιερωμένο μοτίβο για την αγγλοσαξονική πολιτική απέναντι στον Στάλιν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετέπειτα. Ενώ η Δύση μπόρεσε σιγά-σιγά να αποδεχτεί την αλήθεια, όλες οι σοβιετικές ενέργειες σκόπευαν να διατηρήσουν ως κρατική πολιτική το ψέμα για το Κατίν. Όλος ο κρατικός μηχανισμός, από τα ανώτατα επίπεδα του Πολιτικού Γραφείου και των υπηρεσιών ασφαλείας μέχρι δημοσιογράφους και δασκάλους, συμμετείχε στη συγκάλυψη αυτού του βάρβαρου εγκλήματος. Η σοβιετική «μυστικοποίηση» διήρκεσε για χρόνια στη δημόσια σφαίρα που ελεγχόταν από τους κομμουνιστές, όπου ακόμη και η αναφορά της λέξης «Κατίν» θεωρούνταν έγκλημα (και αντιμετωπίζονταν ως τέτοιο). Το ίδιο συνέβη και με τις Ομαδικές Συλλήψεις στο Augustow τον Ιούλιο του 1945 – το μεγαλύτερο έγκλημα που διέπραξαν οι Σοβιετικοί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μόσχα ανέλαβε την ευθύνη για τη Σφαγή του Κατίν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά από δεκαετίες άρνησης. Χάρη στους γενναίους ιστορικούς του «Memorial», καταφέραμε να πάρουμε περισσότερες πληροφορίες για τη σφαγή του Κατίν και τις Συλλήψεις του Augustow. Το σημερινό καθεστώς στο Κρεμλίνο χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για να αποκαταστήσει την πολιτική του ψεύδους για το Κατίν, συμπεριλαμβανομένης της μετατροπής του χώρου σε μνημείο.

Δυστυχώς, όχι μόνο είναι περιορισμένα τα αρχεία για τους ερευνητές στη σημερινή Ρωσία, αλλά αποφασίστηκε επίσης να απαγορευτεί η πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία για τα σοβιετικά εγκλήματα και να ξαναγραφτούν οι σκοτεινές σελίδες του ρωσικού παρελθόντος: η αφαίρεση των πλακών του Κατίν από κτίρια με βαριά παρακαταθήκη, όπως η τελευταία κίνηση των αρχών στο Τβερ, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα. Θεωρώ υποδειγματικό το γεγονός ότι το «Memorial», το οποίο ιδρύθηκε για να καταγράψει τις πολιτικές καταστολές που διεξήγαγε το σοβιετικό καθεστώς στις πιο σκοτεινές εποχές του, εξακολουθεί να λειτουργεί στη Ρωσία του Πούτιν. Η επίθεση στο «Memorial» είναι ένα ακόμη, και ενδεχομένως το τελευταίο, βήμα στην εκστρατεία του Βλαντιμίρ Πούτιν να αναδιατυπώσει τη σοβιετική ιστορία, να συνδέσει την ταυτότητα της σύγχρονης Ρωσίας με την πρώην Σοβιετική Ένωση και να κατευθυνθεί προς μια πιο ολοκληρωτική μορφή διακυβέρνησης. Μπορούμε να διαβάσουμε πλήρως τα ιστορικά και σύγχρονα ψέματα του Πούτιν μόνο γνωρίζοντας αυτά τα γεγονότα. Σε κάποιο βαθμό, ο Πούτιν κατάφερε να ανακατασκευάσει ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της Σοβιετικής Ένωσης: οι ψευδείς αφηγήσεις και η κρατική πολιτική ιστορικών ψεμάτων είναι σίγουρα μεταξύ αυτών. Επιπλέον, μπορούμε να δούμε ότι, όπως ακριβώς και στη σοβιετική εποχή, τα τρέχοντα γεγονότα δεν είναι απρόσβλητα από την επιβολή των παλαιών αφηγήσεων και της προπαγάνδας. Θυμάμαι πάντα τη μοίρα των Τατάρων της Κριμαίας, των ιθαγενών της Κριμαίας, των οποίων η απέλαση το 1944 ισοδυναμούσε με γενοκτονία κατά ολόκληρου του έθνους. Υπέφεραν υπό τη Σοβιετική Ένωση και υποφέρουν ακόμα υπό το καθεστώς του Πούτιν.

80 χρόνια μετά το Σύμφωνο Χίτλερ-Στάλιν, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στο σημερινό κύμα ψεμάτων του Κρεμλίνου. Ωστόσο, ούτε η πιο εκτεταμένη και εξελιγμένη προπαγάνδα δεν μπορεί να μετατρέψει τους κατακτητές σε απελευθερωτές και τους καταπιεστές σε εγγυητές της ελευθερίας. Αυτό που συνέβη τη δεκαετία του 1940 στις χώρες της Βαλτικής και την ανατολική Πολωνία είναι το ίδιο που παρατηρούμε σήμερα στην ουκρανική Κριμαία και το Ντονμπάς. Οι ίδιες μέθοδοι, τα ίδια ψέματα για τη δικαιολόγηση πολεμικών στόχων. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει σκληρύνει τη ρητορική του για την κατάσταση στην Ουκρανία, λέγοντας ότι ο πόλεμος στα ανατολικά της χώρας μοιάζει με γενοκτονία. Τον αποκάλεσε γενοκτονία, αλλά στη συνέχεια κατηγόρησε το ουκρανικό κράτος γι’ αυτό. Ταυτόχρονα, εμποδίζει την Ουκρανία να ανακτήσει τον έλεγχο των εδαφών της, τροφοδοτώντας τη σύγκρουση μέσω φιλορώσων αυτονομιστών. Μιλάει για διακρίσεις σε βάρος των ρωσόφωνων πέρα από τα σύνορα της Ρωσίας, χωρίς να αναφέρει την κατάσταση όσων μιλούν ουκρανικά στο κατεχόμενο Ντονμπάς ή στην Κριμαία, και παραλείποντας την τύχη όσων μιλούν για την αλήθεια στο εσωτερικό της Ρωσίας. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, φιλοξένησα την Ιρίνα Ντοβχάν και τον Αλεξάντερ Χρομτσένκο, οι οποίοι έδωσαν τις μαρτυρίες τους για τις σκληρότητες στο κατεχόμενο Ντονμπάς. Παρουσίασα επίσης μια έκθεση για την «Ιζολιάτσια», μια μυστική φυλακή που έχει γίνει γνωστή για τα βασανιστήρια. Μιλάω συνεχώς για τους δεκάδες Τατάρους της Κριμαίας που κρατούνται παράνομα στις ρωσικές φυλακές, ομήρους της πολιτικής του Κρεμλίνου για εκφοβισμό και υποταγή ολόκληρου του έθνους. Ανάμεσά τους, επιτρέψτε μου να θυμίσω τον δημοσιογράφο Σερβέρ Μουσταφάγεφ καθώς και τους χιλιάδες γενναίους Λευκορώσους που διαμαρτυρήθηκαν ειρηνικά κατά του δικτάτορα που υποστηρίζεται από το Κρεμλίνο και βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν για την επιθυμία τους να ζήσουν σε μια ελεύθερη και δημοκρατική χώρα. Μεταξύ αυτών, η Αντζελίκα Μπόρυς και ο Άντρζει Πότσομπουτ. Η αλήθεια, οι ελεύθεροι άνθρωποι και η δημοκρατία παραμένουν σημαντικά εμπόδια στη δημιουργία μιας Σοβιετικής Ένωσης δεύτερης γενιάς.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και με όλα τα παραπάνω κατά νου, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ένα θετικό μήνυμα από το παρελθόν. Ήταν το μήνυμα που απηύθυνε στην εργατική τάξη της Ανατολικής Ευρώπης η Πρώτη Σύμβαση «Solidarność», στο όνομα ενός κοινού αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έλεγε ότι όλοι μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα. Οι λαοί της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, της Γεωργίας, της Αρμενίας και της Μολδαβίας έχουν επιλέξει το δικό τους δρόμο. 30 χρόνια μετά τις Συμφωνίες της Μπιαλοβιέτζα, η ενότητα και η αλληλεγγύη είναι το καλύτερο φάρμακο για να αντισταθούμε στις προσπάθειες οικοδόμησης της Σοβιετικής Ένωσης δεύτερης γενιάς.