Ο Μπολσονάρου προωθεί την οπλοκατοχή – εκατομμύρια Βραζιλιάνοι θα μπορούν να αποκτήσουν όπλα

[Rafael Vianna Croffi / Flickr]

Εκατομμύρια Βραζιλιάνοι θα μπορούν να οπλοφορούν στον δρόμο ή στην εργασία τους με ένα διάταγμα του προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου το οποίο οι αντίπαλοί του εκτιμούν ότι είναι αντισυνταγματικό και θα επιδεινώσει τη βία.

Αιρετοί, αξιωματούχοι της δικαιοσύνης, οδηγοί φορτηγών, κυνηγοί, δικηγόροι ακόμη και ορισμένοι δημοσιογράφοι περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που θα μπορούν στο εξής να φέρουν όπλο, έπειτα από την άρση των περιορισμών για την οπλοκατοχή που επικυρώθηκε από ένα διάταγμα του ακροδεξιού προέδρου.

Ο Ζαΐχ Μπολσονάρου, υπέρμαχος της οπλοκατοχής ο οποίος εξελέγη στα τέλη του 2018 κυρίως έπειτα από υποσχέσεις να πατάξει την ενδημική βία στη Βραζιλία, υπέγραψε προχθές Τρίτη το διάταγμα αυτό, το πλήρες κείμενο του οποίου δημοσιοποιήθηκε αργότερα στη διάρκεια της εβδομάδας.

Μετά την υπογραφή, στη διάρκεια μιας τελετής στην Μπραζίλια, ο αρχηγός του κράτους, πολλοί υπουργοί και εκπρόσωποι του ισχυρού λόμπι των όπλων στο Κογκρέσο αναπαρήγαγαν την εμβληματική χειρονομία του Ζαΐχ Μπολσονάρου που κάνει σαν να κρατά ένα πιστόλι.

Τον Ιανουάριο, λίγο αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο πρόεδρος είχε υπογράψει ήδη ένα διάταγμα που χαλάρωνε τις προϋποθέσεις που διέπουν την οπλοκατοχή, όπως ήταν μια από τις κύριες προεκλογικές υποσχέσεις του.

Η οπλοκατοχή θα επιτρέπεται στο εξής σε μια εικοσαριά κατηγορίες επαγγελμάτων ή σε άτομα, που δεν θα χρειάζεται πλέον να αποδείξουν ότι χρειάζεται να έχουν όπλο. Ο αριθμός των πυρομαχικών που θα μπορούν τα άτομα αυτά να αγοράζουν αυξάνεται από 50 σε 1.000 ανά πυροβόλο όπλο.

Στο τέλος του περασμένου έτους, μόνο 36.700 άνθρωποι κατείχαν νόμιμη άδεια οπλοφορίας, η απόκτηση της οποίας απαιτούσε μια μακρά διαδικασία σε αυτή τη χώρα των 210 εκατομμυρίων κατοίκων.

«Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, τουλάχιστον 20 εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουν στο εξής άδεια να κυκλοφορούν και να φέρουν όπλα. Είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί στη Βραζιλία», δηλώνει στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Ιβάν Μάρκες, εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Σου ντε Παζ, που μάχεται κατά της βίας. «Μπορούμε να αναμένουμε αύξηση των θανάτων.»

«Ριζική αλλαγή»

Πολλές διεθνείς έρευνες έχουν δείξει πως «περισσότερα όπλα, σημαίνει περισσότερες ανθρωποκτονίες», λέει από την πλευρά του ο Ντανιέλ Σερκέιρα, σύμβουλος του βραζιλιάνικου φόρουμ για τη δημόσια ασφάλεια.

Η Βραζιλία έχει ένα από τα πιο υψηλά ποσοστά ανθρωποκτονιών στον κόσμο –στην πλειονότητά τους από πυροβόλα– με 64.000 το 2017, δηλ. τριπλάσιο του ορίου της ενδημικής βίας που έχει ορίσει ο ΟΗΕ.

«Οι Βραζιλιάνοι θα μπορούν να διαθέτουν έως και τέσσερα όπλα χωρίς επίσημη άδεια της ομοσπονδιακής αστυνομίας», εξήγησε ο Ρομπέρ Μούγκα, διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Ιγκαραπέ στο Ρίο ντε Ζανέιρο. Αυτό μας κάνει 20.000 πυρομαχικά το άτομο.»

Με το διάταγμα διευκολύνεται επίσης η εισαγωγή όπλων και πυρομαχικών, όπως ζητούσαν με επιμονή οι διεθνείς κατασκευαστές και οι θιασώτες των ξένων όπλων, κυρίως οι γιοι του Ζαΐχ Μπολσονάρου.

Η αγορά κυριαρχείται πλήρως στη Βραζιλία από τον μεγάλο κατασκευαστή Taurus, που είναι μεγάλος προμηθευτής του στρατού.

Το διάταγμα αυτό «αποτελεί μια από τις πιο ριζοσπαστικές αλλαγές στην πολιτική της οπλοκατοχής εδώ και δεκαετίες», σύμφωνα με τον Μούγκα.

Όμως οργανώσεις ακτιβιστών και πολιτικά κόμματα έχουν δηλώσει ότι θα προσφύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως υποστηρίζουν, το προεδρικό διάταγμα είναι αντισυνταγματικό γιατί δημιουργεί έναν νέο νόμο αντί να τροποποιεί μια υπάρχουσα νομοθεσία.

«Στο όριο του νόμου»

Το διάταγμα «θα επιφέρει μοιραίο πλήγμα στη δημόσια ασφάλεια», προσθέτει ο Μούγκα και «συνιστά ευθεία παραβίαση της νομοθεσίας του 2003 που απαγορεύει την οπλοκατοχή».

Μέχρι τώρα, οι Βραζιλιάνοι μπορούσαν να κατέχουν όπλα σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά μόνο στα σπίτια τους, στα κέντρα βολής και στο κυνήγι, όσοι έχουν άδεια.

Ο Ζαΐχ Μπολσονάρου θέλει οι άνθρωποι να μπορούν να οπλοφορούν στον δρόμο, όμως το πράσινο φως του Κογκρέσου είναι απαραίτητο προκειμένου να αλλάξει ο νόμος, προσθέτει ο Μούγκα.

«Έχουμε φθάσει στο όριο του νόμου αλλά δεν έχουμε υπερβεί τον νόμο», δήλωσε ο πρόεδρος Μπολσονάρου την Τρίτη.

Οι θιασώτες της οπλοκατοχής που δεν περιλαμβάνονται στους επαγγελματίες που ορίζονται στο διάταγμα μπορούν να φέρουν όπλα, αν εγγραφούν ως κυνηγοί, αθλητές σκοποβολής ή συλλέκτες.

«Θα είναι πραγματικά εύκολο για όλους ανεξαρτήτως τους πολίτες», λέει ο Κάιο Πιζέτα Τόρες, ειδικός στην ασφάλεια στο Control Risks, στο Σάο Πάολο.«Μιλάμε εδώ για επέκταση της οπλοκατοχής σε άτομα που δεν έχουν την κουλτούρα του χειρισμού όπλων», πρόσθεσε.

Αντίδραση Λούλα – «είναι παλαβοί»

Ο ακροδεξιός πρόεδρος Ζαΐχ Μπολσονάρου είναι «ένας άρρωστος που πιστεύει ότι το πρόβλημα της Βραζιλίας λύνεται με τα όπλα», καταγγέλλει ο πρώην πρόεδρος της χώρας Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα σε συνέντευξή του που μεταδίδεται σήμερα Σάββατο από το BBC.

«Το πρόβλημα της Βραζιλίας λύνεται με βιβλία και με σχολεία», εκτιμά ο άλλοτε συνδικαλιστής και ιστορικός ηγέτης της κεντροαριστεράς της λατινοαμερικάνικης χώρας, που εκτίει ποινή κάθειρξης οκτώ ετών και δέκα μηνών για διαφθορά.

Η τοποθέτηση Λούλα αφορά το διάταγμα που υπέγραψε αυτή την εβδομάδα ο Μπολσονάρου, και θα επιτρέψει σε χιλιάδες πολίτες να οπλοφορούν στους δρόμους ή στη δουλειά τους.

Ο Λούλα, φυλακισμένος από τον Απρίλιο του 2018, έλαβε άδεια τον περασμένο μήνα από τη δικαιοσύνη να μιλά στον Τύπο. Στην πρώτη του συνέντευξη, την 26η Απριλίου, είχε δηλώσει στις εφημερίδες El País και Folha de S.Paulo ότι τη διακυβέρνηση της Βραζιλίας πλέον έχει αναλάβει μια «συμμορία» που αποτελείται από «παλαβούς».

Ο ιστορικός ηγέτης του Κόμματος Εργαζομένων καταδικάστηκε σε μια υπόθεση που συνδεόταν με την έρευνα «Πλύσιμο Αυτοκινήτου-Εξπρές», για το γιγαντιαίο σκάνδαλο γύρω από τις προμήθειες της δημόσιας επιχείρησης πετρελαίου Petrobras. Δηλώνει πάντα αθώος και θύμα ενός πολιτικού διωγμού με αληθινό στόχο να εμποδιστεί η βραζιλιάνικη κεντροαριστερά να ανακτήσει την εξουσία.

X