ΝΑΤΟ: Οι δημοκρατικοί θεσμοί στο στόχαστρο της παραπληροφόρησης

Αν και το φαινόμενο των ψευδών ειδήσεων παρατηρείται από την αρχαιότητα, η διάχυση της πληροφορίας μέσω του διαδικτύου και η παροχή είδησης χωρίς πρότερη επεξεργασία στρέφει το ενδιαφέρον εταιρικών κολοσσών, διεθνών δρώντων και διακρατικών ή διακυβερνητικών οργανισμών ολοένα και περισσότερο γύρω από την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης. Σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε η Facebook στα τέλη Μαΐου, η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί τον κυριότερο διανομέα ψευδών ειδήσεων με εκστρατείες παραπληροφόρησης σε πάνω από 50 χώρες την τελευταία τριετία.

Η ρωσική παραπληροφόρηση τέθηκε αρχικά στη Διάσκεψη Κορυφής μεταξύ των ηγετών του ΝΑΤΟ. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ είχε προμηνύσει τη σημασία που θα επιδείξουν οι ηγέτες της Συμμαχίας στην απειλή της ρωσικής παραπληροφόρησης πριν από τη διάσκεψη σημειώνοντας ότι «οι υβριδικές προκλήσεις γίνονται εξαιρετικά σημαντικές: κυβερνοεπιθέσεις και, ειδικά στην περίπτωση της Ρωσίας, εκστρατείες παραπληροφόρησης». Σε ανάλυσή τους για τη συνάντηση Τζο Μπάιντεν – Βλάντιμιρ Πούτιν, οι Financial Times επεσήμαιναν ότι για πρώτη φορά θα τεθεί σε τόσο υψηλό διμερές επίπεδο το ζήτημα του «πολέμου της πληροφόρησης» μεταξύ των δύο ηγετών.

Oι Financial Times τονίζουν σε ανάλυσή τους ότι πρώτη φορά τίθεται σε επίπεδο ηγετών ο «πόλεμος της πληροφόρησης».

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το ΝΑΤΟ έχει στρέψει το ενδιαφέρον του στη διαχείριση και αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης που, σύμφωνα με την βοηθό γενικό γραμματέα για θέματα Δημόσιας Διπλωματίας του ΝΑΤΟ, Baiba Braže, απασχολεί τη συμμαχία ήδη από την ίδρυσή της. Όπως σημείωσε στην εκδήλωση “Disinformation and our Digital Democracies” που διοργανώθηκε στο πλαίσιο του Brussels Forum, το ΝΑΤΟ εξετάζει τρεις παράγοντες για να διερευνήσει την ποιότητα της πληροφόρησης: τον αποστολέα, το μήνυμα και τον τελικό αποδέκτη. Δεδομένου του όγκου πληροφόρησης, το ΝΑΤΟ βασίζεται στον ρυθμιστικό ρόλο κυβερνητικών και μη κυβερνητικών (εταιρικών) φορέων για τον έλεγχο της πληροφόρησης. «Στηριζόμαστε ολοένα και περισσότερο στον ρόλο των δημοκρατικών θεσμών» σημείωσε η Baiba Braže, για να συμπληρώσει πως ο ιδιωτικός τομέας, και ιδιαίτερα οι μεγάλες εταιρίες τηλεπικοινωνιών ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στον έλεγχο και τον περιορισμό της ψευδούς είδησης.

Brussels Forum - Event on Disinformation

Ο Αμερικανός βουλευτής Adam Kinzinger αντιμετωπίζει την ελλιπή ενημέρωση των πολιτών για τις ψευδείς ειδήσεις ως το κυριότερο πρόβλημα. «Αν η παραπληροφόρηση προκύπτει από δράσεις της Ρωσίας ή της Κίνας, θα πρέπει οι πολίτες να το γνωρίζουν» σημειώνει και συμπληρώνει πως ο ρόλος των κρατικών δρώντων αλλά και του ΝΑΤΟ γύρω από το ζήτημα θα πρέπει να εσωκλείει και την ενημέρωση των πολιτών.

Η Caroline Dinenage, υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Πολιτισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο, προχωρά σε μια συγκριτική ανάλυση μεταξύ των αρχών του 21ου αιώνα, όπου οι ψευδείς πληροφορίες μεταδίδονταν κυρίως στόμα με στόμα (Word of Mouth) σε σύγκριση με τη σημερινή εποχή και την εκτενή χρήση του διαδικτύου. Αναφέρεται δε και στο φαινόμενο της παραπληροφόρησης την εποχή της covid-19 σημειώνοντας πως «παρακολουθούμε ιστορίες γύρω από θεραπείες, εμβόλια και μάσκες με 5G που είναι απλά κατασκευασμένες».

Η έλλειψη κεντρικά ρυθμιζόμενης αρχής και τα άναρχα δίκτυα πληροφόρησης περιορίζουν τον έλεγχο των ψευδών ειδήσεων

Ο προβληματισμός για όλες τις πλευρές έγκειται στην έλλειψη κεντρικής ρυθμιστικής αρχής που να περιορίζει τη διάδοση ψευδών ειδήσεων καθώς η μετάδοση της είδησης γίνεται μέσω άναρχων δικτύων. Με άλλα λόγια, η δομή στη ροή της πληροφορίας δεν θυμίζει εταιρικές πυραμίδες (top-down μεταφορά γνώσεων) αλλά ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών παραγόντων όπου αποτροπή του ενός δεν αναιρεί τη δυνατότητα του άλλου στην παροχή ψευδών ειδήσεων καθιστώντας αδύνατο τον έλεγχο της ψευδούς πληροφορίας.