ΗΠΑ- Ρωσία: Καμία σημαντική πρόοδος στις συνομιλίες για την ασφάλεια

Επικεφαλής των διαπραγματεύσεων είναι ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ και η αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Γουέντι Σέρμαν. [EPA-EFE/DENIS BALIBOUSE / POOL]

Μετά από σχεδόν οκτώ ώρες διαπραγματεύσεων στη Γενεύη τη Δευτέρα (10 Ιανουαρίου), οι συνομιλίες μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν επέφεραν κανένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα.

Οι συνομιλίες ήταν οι πρώτες από μια σειρά συναντήσεων που αναμένονται αυτή την εβδομάδα, λόγω των φόβων για μια ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και των εκτεταμένων παραχωρήσεων που ζήτησε η Μόσχα από την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ σχετικά με τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης.

Τον Δεκέμβριο, η Ρωσία δημοσίευσε μια πρόταση για δύο συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ αντίστοιχα, οι οποίες θα περιόριζαν τη δυτική στρατιωτική δραστηριότητα στην Ανατολική Ευρώπη, αποκαθιστώντας μια ρωσική «σφαίρα επιρροής» στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της.

Οι βασικές διαφωνίες παραμένουν

Επικεφαλής στις διαπραγματεύσεις είναι ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ και η αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Γουέντι Σέρμαν. Οι δύο, μιλώντας ξεχωριστά στους δημοσιογράφους μετά τη συνάντηση, δεν δίστασαν να εκφράσουν τη βαθύτερη διαφωνία σχετικά με τη λεγόμενη «πολιτική ανοικτών θυρών» του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή.

Στις παρατηρήσεις του, ο Ριαμπκόφ πρόβαλε ισχυρές απαιτήσεις σχετικά με τις εγγυήσεις που ζητά η Ρωσία, ότι δηλαδή η Ουκρανία και η Γεωργία δεν θα ενταχθούν «ποτέ μα ποτέ» στο ΝΑΤΟ. Από την άλλη, η Σέρμαν απέρριψε κατηγορηματικά τις προτάσεις της Ρωσίας λέγοντας στους δημοσιογράφους τα εξής: «Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να ακυρώσει την πολιτική ανοικτών θυρών του ΝΑΤΟ».

Η Μόσχα επιμένει ότι η Δύση αθέτησε μια δεδομένη υπόσχεση επιτρέποντας σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπως η Πολωνία και οι Βαλτικές χώρες, να ενταχθούν στη δυτική στρατιωτική συμμαχία.

Είναι γεγονός πως κι οι δύο πλευρές αναγνώρισαν ότι οι συνομιλίες πάνω σε ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν από την αρχή, με ανοικτού τύπου δεσμεύσεις και χωρίς αυστηρές προθεσμίες, δείχνοντας έτσι ιδιαίτερα συγκρατημένες ως προς τις προσδοκίες τους για μια διπλωματική επιτυχία.

Πιο συγκεκριμένα, η Σέρμαν δήλωσε πως οι ΗΠΑ ήταν πρόθυμες να συζητήσουν με τη Ρωσία για τη εγκατάσταση πυραύλων και τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων, καθώς και για τον περιορισμό του εύρους και της κλίμακας των στρατιωτικών ασκήσεων. Παράλληλα, όμως για τις ΗΠΑ, η Ρωσία πρέπει να υποχωρήσει και να αποσύρει τα στρατεύματά της από τα ανατολικά ως ένα βήμα προς οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία.

Ένα πιθανό σενάριο για τους Αμερικάνους, θα ήταν η αναβίωση της Συνθήκης για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς (INF), την οποία η Ουάσιγκτον εγκατέλειψε το 2019 υπό την κυβέρνηση Τραμπ, μετά από χρόνια που κατηγορούσε τη Ρωσία ότι παραβιάζει τους όρους της.

Ο Ριαμπκόφ, από την άλλη, δήλωσε ότι το θέμα απαιτεί μια γρήγορη επίλυση. «Δεν μιλάμε για μήνες ή εβδομάδες, χρειαζόμαστε γρήγορη απάντηση», αν και παραδέχθηκε πως η Ρωσία ελπίζει σε μια δήλωση των ΗΠΑ στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στα τέλη Ιουνίου.

Στη συνέχεια, ο υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει για άλλη μια φορά τη σημασία που έχει για τη χώρα του η εγγύηση ότι η Ουκρανία δε θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ, καθώς μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε σοβαρή απειλή για τη ρωσική εθνική ασφάλεια.

«Έτσι, θα προτιμούσαμε μια επίσημη αντικατάσταση -στην επικείμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη – της διατύπωσης του Βουκουρεστίου του 2008 που λέει ότι η Ουκρανία θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, με την διατύπωση ακριβώς που ανέφερα τώρα: Η Ουκρανία και η Γεωργία δεν θα γίνουν ποτέ μα ποτέ μέλη του ΝΑΤΟ», πρόσθεσε.

Εντάσεις στην Ουκρανία

Η Σέρμαν είπε ότι η Ρωσία δεν προσέφερε καμία απόδειξη ότι δεν θα εισβάλει ή κάποια εξήγηση ως προς το γιατί έχει αναπτύξει στρατεύματα περίπου 100.000 στρατιωτών προς τα ουκρανικά σύνορα.

Προειδοποίησε όμως, πως οποιαδήποτε εισβολή θα αντιμετωπιστεί με «σημαντικό κόστος και συνέπειες πολύ πέραν αυτών που αντιμετώπισαν το 2014», όταν η Ρωσία προσάρτησε τη χερσόνησο της Κριμαίας από την Ουκρανία.

Αν και οποιαδήποτε άμεση στρατιωτική δράση από τις ΗΠΑ ή το ΝΑΤΟ για την υπεράσπιση της Ουκρανίας είναι απίθανη, τα μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν κυρώσεις κατά βασικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ελέγχους των εξαγωγών κλπ. Η Σέρμαν βέβαια έκανε λόγο και για «ενίσχυση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ σε συμμαχικό έδαφος και αυξημένη βοήθεια ασφαλείας προς την Ουκρανία» και τόνισε ότι η Ρωσία πρέπει να αποφασίσει αν θέλει πραγματικά μια διπλωματική λύση.

Ο Ριαμπκόφ από την άλλη, πρόσφερε διαβεβαιώσεις για τις θέσεις της Ρωσίας λέγοντας τα εξής: «Εξηγήσαμε στους συναδέλφους μας ότι δεν έχουμε κανένα σχέδιο, καμία πρόθεση να «επιτεθούμε» στην Ουκρανία. Όλα τα μέτρα για την εκπαίδευση των μάχιμων στρατευμάτων και των στρατιωτικών δυνάμεων διεξάγονται εντός της επικράτειάς μας». Άρα, «δεν υπάρχει κανένας λόγος για ανησυχία σχετικά με οποιαδήποτε κλιμάκωση από αυτή την άποψη».

Ωστόσο αμέσως μετά, ο Ριαμπκόφ εξέφρασε τις εθνικές ανησυχίες για «πιθανές σκόπιμες προκλήσεις από την πλευρά της Ουκρανίας, από μόνη της ή σε συνεργασία με άλλες χώρες της Δύσης, όπως οι ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν αυξημένες πιθανότητες για σύγκρουση».

«Η τύχη των μελλοντικών συνομιλιών θα εξαρτηθεί εν μέρει από την πρόοδο στο θέμα αυτό», τόνισε ο ίδιος στην συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στη Γενεύη μετά το πέρας των συνομιλιών.

Ο Ρώσος αξιωματούχος, αν και κατήγγειλε τις αμερικανικές απειλές ως «απόπειρες εκβιασμού και εκφοβισμού», εντούτοις σημείωσε ότι κατά τη γνώμη του η αμερικανική πλευρά «λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη τις ρωσικές προτάσεις» και ότι η Μόσχα θα συνεχίσει να είναι «υπέρ της συνέχισης του διαλόγου».

Την Τετάρτη (12 Ιανουαρίου) θα πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες συνεδρίαση του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας, ενώ την Πέμπτη (13 Ιανουαρίου) θα ακολουθήσει συνεδρίαση των εκπροσώπων του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) στη Βιέννη για το ίδιο θέμα.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ -σε δηλώσεις του τη Δευτέρα- χαμήλωσε κατά πολύ τις προσδοκίες του για την επικείμενη συνάντηση, λέγοντας πως το καλύτερο αποτέλεσμα θα ήταν μια συμφωνία για την απλή πραγματοποίηση περισσότερων συναντήσεων τους επόμενους μήνες.

«Δεν νομίζω ότι μπορούμε να περιμένουμε ότι αυτές οι συναντήσεις θα λύσουν όλα τα ζητήματα», είπε χαρακτηριστικά ο Στόλτενμπεργκ, μετά από τις συνομιλίες του για την ευρωπαϊκή και ευρω-ατλαντική ολοκλήρωση με την αναπληρώτρια πρωθυπουργό της Ουκρανίας, Όλγα Στεφανίσινα.

«Αυτό που ελπίζουμε είναι ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε σε μια πορεία προς τα εμπρός Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε μια σειρά συναντήσεων – να συμφωνήσουμε τουλάχιστον για τη διαδικασία», πρόσθεσε.

«Θα ακούσουμε τις ανησυχίες της Ρωσίας, αλλά οποιοσδήποτε ουσιαστικός διάλογος πρέπει επίσης να λάβει σοβαρά υπόψιν και τις δικές μας ανησυχίες για τις ενέργειες της Ρωσίας (στην Ουκρανία)», κατέληξε.

Η Ευρώπη δεν είναι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

Η συνάντηση της Γενεύης πραγματοποιήθηκε χωρίς τη συμμετοχή των Ευρωπαίων, γεγονός που έκανε απαραίτητες τις διαβεβαιώσεις από την Σέρμαν και άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους ότι η Ουκρανία, η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ θα συμπεριληφθούν στις όποιες αποφάσεις.

Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ Ζοζέπ Μπορέλ δήλωσε τη Δευτέρα (10 Ιανουαρίου) ότι μια ρωσική εισβολή είναι ακόμη πιθανή, ενώ επισήμανε πως έχει λάβει τις κατάλληλες διαβεβαιώσεις ότι τίποτα δεν θα συμφωνηθεί χωρίς την «ισχυρή συνεργασία, τον συντονισμό και τη συμμετοχή» της ΕΕ.

Τέλος, ο Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, πρόεδρος της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια σχολίασε τα εξής για την εν λόγω συνάντηση: «Είναι δικό μας λάθος, όχι αμερικανικό, αν η Μόσχα συζητά την ευρωπαϊκή ασφάλεια διμερώς με τις ΗΠΑ».

«Μας αρέσει να συζητάμε για την εκμάθηση της γλώσσας της ισχύος, αλλά μας λείπουν όλα τα βασικά εργαλεία της ισχύος: στρατιωτικές δυνατότητες, στρατηγικό όραμα και πολιτική βούληση», πρόσθεσε.

Οι υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας της ΕΕ θα συναντηθούν ανεπίσημα αργότερα αυτή την εβδομάδα στη γαλλική πόλη της Βρέστης, με το θέμα να είναι πιθανότατα ψηλά στην ημερήσια διάταξη.