Η «εγκλωβισμένη» Ευρώπη αναζητά ηγέτη μετά τη Μέρκελ

Η Μέρκελ, η οποία επαινέθηκε για τη σταθερότητά της στην καθοδήγηση της Ένωσης από τη μία κρίση στην άλλη, αποχώρησε από τη σκηνή ενώ παρέμενε εξαιρετικά δημοφιλής στο εσωτερικό και στο εξωτερικό μέχρι τέλους. [EPA-EFE/CLEMENS BILAN]

Η αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ από την πολιτική σκηνή μετά από 16 χρόνια καγκελαρίας δεν εγκαινίασε μια νέα εποχή μόνο στη Γερμανία, αλλά κλόνισε και την ισορροπία δυνάμεων στην ΕΕ.

Πιθανοί υποψήφιοι για να «φορέσουν» τον μανδύα της Μέρκελ στην υγεσία της Ευρώπης είναι ο διάδοχός της, Όλαφ Σολτς, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι.

Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι μπορεί κανένας απ’ αυτούς να μην είναι άμεσα ικανός να αναλάβει το έργο, δεδομένων των άλυτων προκλήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – από την εσωτερική διαμάχη για το κράτος δικαίου, την περιθωριοποίηση στην παγκόσμια γεωπολιτική, μέχρι τους μεταγενέστερους κραδασμούς του Brexit.

Η Μέρκελ, η οποία επαινέθηκε για τη σταθερότητά της στην καθοδήγηση της Ένωσης από τη μία κρίση στην άλλη, αποχώρησε από τη σκηνή ενώ παρέμενε εξαιρετικά δημοφιλής στο εσωτερικό και στο εξωτερικό μέχρι τέλους, αν και υπήρχαν ορισμένοι ηχηροί αντίπαλοι μεταξύ των Ευρωπαίων συναδέλφων της.

«Η Άνγκελα Μέρκελ θεωρείται μία από τις σημαντικότερες πολιτικούς της γενιάς της, ως η de facto ηγέτιδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως η «ηγέτιδα ενός ελεύθερου κόσμου»», έγραψε ο Sebastian Reiche του IESE Business School στην Ισπανία.

Σε πρόσφατη έρευνα της δεξαμενής σκέψης European Council on Foreign Relations (ECFR), το 41% των πολιτών της ΕΕ δήλωσε ότι αν μπορούσε, θα ψήφιζε τη Μέρκελ. Συγκριτικά, μόνο το 14% επέλεξε τον Μακρόν.

«Κυρίαρχη Ευρώπη»

Ωστόσο, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτή η πολιτική «σταθερότητας» της Μέρκελ παρακολουθώντας μόνο τις κρίσεις και δίνοντας προτεραιότητα στα οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στις συναλλαγές με τη Ρωσία ή την Κίνα, κατάφερε όχι μόνο να περιορίσει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά και να τροφοδοτήσει την αδράνεια.

Η αποχώρησή της μπορεί κάλλιστα να ανοίξει την πόρτα για το άλλο μισό της ευρωπαϊκής μηχανής – τον Μακρόν – και να του επιτρέψει «να κάτσει πλέον στο τιμόνι».

Τα άστρα φαίνεται να ευθυγραμμίζονται: Η Γαλλία αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ από τον Ιανουάριο και ο Μακρόν έχει δηλώσει ότι στοχεύει να σφυρηλατήσει μια Ευρώπη που θα είναι «ισχυρή στον κόσμο, πλήρως κυρίαρχη, ελεύθερη στις επιλογές της και υπεύθυνη για το πεπρωμένο της».

Και με τον νέο συνασπισμό της Γερμανίας υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών να φαίνεται αποφασισμένος να ξοδέψει χρήματα για να βγει από την πανδημία, η πανάρχαια γερμανική δημοσιονομική αυστηρότητα φαίνεται να αμφιταλαντεύεται.

Παρομοίως, σε ό,τι αφορά την άμυνα, η Γερμανία, που κάποτε ήταν ευθυγραμμισμένη με την «ασπίδα των ΗΠΑ», πλέον δεν είναι τόσο σίγουρη, αφού η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ ανάγκασε τις πολιτικές τάξεις στο Βερολίνο να «θάψουν» αυτά που είχαν έως τότε δεδομένα και να αρχίζουν να αλλάζουν νοοτροπία.

Αποδεικνύοντας την αλλαγή, η κυβέρνηση του Σολτς με τους Σοσιαλδημοκράτες του, τους οικολόγους Πράσινους και το φιλελεύθερο FDP δήλωσε στη συμφωνία τους ότι είναι «καθήκον τους ως οικονομικά ισχυρή και πολυπληθής χώρα στην καρδιά της Ευρώπης να ενισχύσουν, να προωθήσουν και να αναβαθμίσουν τη θέση της κυρίαρχης Ευρώπης».

Η αποχώρηση της Μέρκελ «μπορεί να επιτρέψει την ανάπτυξη του οράματος της Γαλλίας για μια ισχυρή Ευρώπη, το οποίο αποτελεί φιλοδοξία του Μακρόν από την άφιξή του στην εξουσία», δήλωσε ο Αλεξάντρ Ρομπενέ-Μποργκομάνο του Ινστιτούτου Μοντέν.

Ο «Μερκελισμός» είναι παρελθόν

Καθώς έγινε αλλαγή φρουράς στο Βερολίνο, ο Μακρόν υπέγραψε πρόσφατα μια νέα διμερή συνθήκη συνεργασίας με τον Ντράγκι και αυτό το μήνα απηύθυνε κοινή έκκληση για τη μεταρρύθμιση των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ ώστε να επιτραπούν μεγαλύτερες δαπάνες για επενδύσεις.

Ο φιλόδοξος 43χρονος πρόεδρος δήλωσε ότι δεν επιδιώκει να αντικαταστήσει τον γαλλογερμανικό δεσμό, αλλά η κίνηση αυτή έρχεται καθώς η ΕΕ αναπροσαρμόζεται μετά το Brexit.

Ωστόσο, ο Μακρόν αντιμετωπίζει εκλογές το 2022, με την ακροδεξιά να αποτελεί πρόκληση.

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, η Γαλλία θα μπορούσε να είναι δεσμευμένη με την εσωτερική πολιτική για κάποιο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας την ικανότητά της να αναπτύξει ένα μεγάλο όραμα για την Ευρώπη.

Ο Σολτς, 63 ετών, πρώην υπουργός Οικονομικών που έχει υπηρετήσει σε δύο υπουργικά συμβούλια της Μέρκελ, θα μπορούσε να αδράξει την ευκαιρία ως διάδοχος της Μέρκελ, ιδίως καθώς αναλαμβάνει την προεδρία της G7 το 2022.

Αλλά οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι καιροί έχουν αλλάξει και ότι περισσότερος «Μερκελισμός» μπορεί να μην είναι αρκετός για τη νέα εποχή.

«Η πολιτική της ουδετερότητας και της αποφυγής σκληρών λύσεων για τα προβλήματα της Ευρώπης δεν φαίνεται να αποτελεί βιώσιμη προσέγγιση για τις προκλήσεις που έρχονται», έγραψαν οι Piotr Buras και Jana Puglierin του ECFR.

«Ο μερκελισμός είναι απίθανο να επιβιώσει… επειδή η ΕΕ θα χρειαστεί μια τολμηρή Γερμανία με όραμα για να ενισχύσει τα θεμέλιά της και να υπερασπιστεί τη θέση της στον κόσμο».

Η ετυμηγορία είναι ακόμη ανοιχτή για το αν ο Σολτς θα βγει από τη σκιά της για να ακολουθήσει έναν πιο ριζοσπαστικό δρόμο. Ο ίδιος μάλιστα αυτοχαρακτηρίστηκε ως μιμητής της Μέρκελ κατά τη διάρκεια της γερμανικής προεκλογικής εκστρατείας.

Με τους δύο βασικούς ευρωπαϊκούς παίκτες να χρειάζονται πιθανότατα χρόνο για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, ένας νέος πόλος σταθερότητας έχει εμφανιστεί στον άλλοτε πληγωμένο από το χρέος Νότο.

«Στασιμότητα;»

Ο Ντράγκι, που ονομάστηκε «Σούπερ Μάριο» κατά τη διάρκεια της θητείας του στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έφερε σταθερότητα σε μια χώρα που κάποτε ήταν συνώνυμο των πολιτικών αναταραχών και των σκανδάλων.

Ο Ντράγκι «θα μπορούσε να καλύψει το κενό που άφησε η Άνγκελα Μέρκελ ως «δημιουργός» συναίνεσης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο», δήλωσε στο AFP η Nicoletta Pirozzi της δεξαμενής σκέψης «Istituto Affari Internazionali» στη Ρώμη.

«Επίσης, σε σύγκριση με την επιφυλακτική προσέγγιση της Μέρκελ, θα μπορούσε να προσδώσει νέο δυναμισμό σε βασικούς τομείς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, από τη μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης έως την εξωτερική πολιτική και την άμυνα, σε συνεργασία με τη Γαλλία και τη νέα γερμανική κυβέρνηση».

Ωστόσο, η Pirozzi σημείωσε ότι πολλά θα εξαρτηθούν από το αν ο 74χρονος Ιταλός ηγέτης καταφέρει να εφαρμόσει με επιτυχία το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης της ΕΕ.

Οι προεδρικές εκλογές της Ιταλίας στις αρχές του 2022 «θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά την εικόνα», καθώς ο Ντράγκι προβάλλεται επίσης ως «ένας από τους πιο αξιόπιστους πιθανούς υποψηφίους».

Μέχρι να αναδειχθεί νέος ηγέτης, ορισμένοι αναλυτές βλέπουν ένα ζοφερό μέλλον για την Ένωση.

«Η Ευρώπη μπορεί να οδεύει προς μια περίοδο αβεβαιότητας και πιθανής αδυναμίας», προειδοποίησε ο Reiche.

Ομοίως, ο Thompson ήταν απαισιόδοξος.

«Εγκλωβισμένη από την αντιπαλότητα μεταξύ Αμερικής και Κίνας και βαθιά διχασμένη στο εσωτερικό της, η Ευρωπαϊκή Ένωση ζει σε έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον των χρόνων της ανόδου της κ. Μέρκελ», έγραψε.

«Η πραγματικότητα, είναι ότι ούτε ο νέος Γερμανός καγκελάριος ούτε η γαλλική κυβέρνηση μπορούν να ηγηθούν της Ευρώπης».

«Και ελλείψει ηγεσίας, η Ευρώπη οδεύει προς ένα πράγμα – τη στασιμότητα», δήλωσε ξεκάθαρα ο ίδιος.