Ανάλυση: Κλιμάκωση με ΝΑΤΟ για να ενισχυθεί δημοσκοπικά ο Πούτιν;

Για παράδειγμα, όταν οι ψηφοφόροι βλέπουν στελέχη της αντιπολίτευσης να πυροβολούνται ή να δηλητηριάζονται, μπορεί να διπλοσκεφτούν εάν θα μοιραστούν την πραγματική πολιτική τους άποψη με μια εταιρεία δημοσκοπήσεων, είτε μέσω τηλεφώνου είτε μέσω διαδικτύου. [EPA-EFE/PAVEL BEDNYAKOV / KREMLIN POOL / SPUTNIK]

Γιατί ο Βλαντιμίρ Πούτιν παρασύρει τη Ρωσία σε άλλη μια αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ; Ενώ είναι πιθανό ότι μια πληθώρα παραγόντων καθορίζει τις ενέργειες του Ρώσου Προέδρου, δεν είναι απίθανο ότι η δημοσκοπική εικόνα του Πούτιν να αποτελεί μέρος της.

Το Europe Elects αναφέρει ότι η Ρωσία είναι ένα αυταρχικό καθεστώς στο οποίο οι εκλογές είναι νοθευμένες, ανελεύθερες και άδικες.

Το συνολικό πολιτικό περιβάλλον επηρεάζει επίσης τις δημοσκοπήσεις.

Για παράδειγμα, όταν οι ψηφοφόροι βλέπουν στελέχη της αντιπολίτευσης να πυροβολούνται ή να δηλητηριάζονται, μπορεί να διπλοσκεφτούν εάν θα μοιραστούν την πραγματική πολιτική τους άποψη με μια εταιρεία δημοσκοπήσεων, είτε μέσω τηλεφώνου είτε μέσω διαδικτύου.

Επιπλέον, ορισμένες εταιρείες δημοσκοπήσεων είναι στενά ευθυγραμμισμένες ή βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης Πούτιν.

Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση είναι το Levada Centre, το οποίο η ρωσική κυβέρνηση χαρακτήρισε ξένο πράκτορα βάσει του νόμου περί ξένων πρακτόρων το 2017. Ωστόσο, δεδομένου του κατασταλτικού πολιτικού περιβάλλοντος, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι δημοσκοπήσεις στη Ρωσία μπορεί να μην παρουσιάζουν πάντα την πραγματικότητα.

Ωστόσο, το Levada Center μπορεί να προσφέρει μερικές ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Ο Πούτιν ανήλθε στην εξουσία στις 9 Αυγούστου 1999. Λίγες μέρες μετά, ο Δεύτερος Πόλεμος της Τσετσενίας εντάθηκε. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2000, το ποσοστό αποδοχής του Πούτιν είχε αυξηθεί από 33% σε 84%, σύμφωνα με τις καταγραφές του Levada.

Η Ρωσία τελικά κέρδισε τον πόλεμο. Η υψηλή τιμή του πετρελαίου συνέβαλε στην οικονομική σταθερότητα της Ρωσίας μετά τις καταστροφικές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης απελευθέρωσης της οικονομίας τη δεκαετία του 1990. Το ποσοστό αποδοχής του Πούτιν παρέμεινε σταθερό μεταξύ 65 και 88% μέχρι το 2008. Κορυφώθηκε στο υψηλότερο σημείο του τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους – ιδίως μόλις ένα μήνα μετά τον Ρωσογεωργιανό πόλεμο.

Από τότε, τα ποσοστά αποδοχής του Πούτιν μειώνονταν συνεχώς έως ότου έφθασαν σε νέο χαμηλό τον Νοέμβριο του 2013 περίπου στο 61%.

Τέσσερις μήνες αργότερα, η Κριμαία βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ρωσίας και τα ποσοστά αποδοχής του Πούτιν είχαν εκτιναχθεί ξανά πάνω από το 80%.

Τον Μάιο του 2020, τα ποσοστά αποδοχής του Πούτιν έπεσαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1999 (59%).

Η τάση είναι σαφής: όταν η Ρωσία μπαίνει σε πόλεμο, τα ποσοστά αποδοχής του Πούτιν ανεβαίνουν. Εάν ο Πούτιν διατηρήσει την εξουσία, αυτό σημαίνει σταθερότητα για την κάστα γύρω του, το σύστημα που επωφελείται από την τρέχουσα κατάσταση.

Εικάζεται ότι υπάρχει επίσης η άποψη στη ρωσική ελίτ ότι η απειλή για πόλεμο είναι ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την «απόσπαση της προσοχής» από τα προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας.

Η κακή διαχείριση της πανδημίας του κορωνοϊού και ο πληθωρισμός 6% το 2021 δίνει στη ρωσική ελίτ λόγο να ανησυχεί για τη δημόσιες αναταραχές.

Η απειλή εξέγερσης ενάντια στην αυταρχική κακοδιαχείριση αποδείχθηκε στη Λευκορωσία, το Καζακστάν και την Ουκρανία κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Μαϊντάν.