Η Ευρώπη έχει περισσότερο ανάγκη τη φύση για να ξεπεράσει τη διαφαινόμενη επισιτιστική κρίση

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

«Ο δισταγμός της Ευρώπης όσον αφορά τη φύση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κοντόφθαλμος, παραπλανητικός, ακόμη και αυτοκαταστροφικός.», σύμφωνα με τον πρώην Επίτροπο Περιβάλλοντος Janez Potočnik [EPA]

Καθώς ο κόσμος προσπαθεί να αντικρούσει τις επιπτώσεις μιας ακόμη επισιτιστικής κρίσης, οι καιροσκοπικές προσπάθειες ομάδων πίεσης να καθυστερήσουν τους νόμους για την αποκατάσταση της φύσης είναι πιθανό να χειροτερέψουν τα πράγματα, γράφει ο πρώην Επίτροπος Γιάνεζ Ποτότσνικ.

Γιάνεζ Ποτότσνικ, συμπρόεδρος του UNEP International Resource Panel, συνεργάτης της SYSTEMIQ και πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος για την Επιστήμη και την Έρευνα (2004-2009) και το Περιβάλλον (2009-2014).

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει προκαλέσει φόβους για παγκόσμια έλλειψη τροφίμων και αύξηση των τιμών των τροφίμων.

Πράγματι, η κατάσταση είναι δραματική. Οι χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές σιταριού από τη Ρωσία και την Ουκρανία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υποσιτισμού, ακραίας φτώχειας και κοινωνικών αναταραχών. Εν τω μεταξύ, οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων έχουν ήδη φθάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Η αντιμετώπιση μιας κρίσης αυτού του μεγέθους απαιτεί γενναία ηγεσία και στρατηγικές κινήσεις. Ωστόσο, φαίνεται ότι η αντίδραση των Ευρωπαϊκών φορέων χάραξης πολιτικής καθοδηγείται μέχρι στιγμής από συμφέροντα και όχι από την επιστήμη.

Η αναβολή των νέων στόχων μείωσης της χρήσης φυτοφαρμάκων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ανακοίνωση των νέων στόχων για τον τομέα της γεωργίας, καθυστέρησε καθώς η ΕΕ αυξάνει την παραγωγή ζωοτροφών σε περιοχές που προορίζονται για τη βιοποικιλότητα.

Ο επερχόμενος νόμος της ΕΕ για την αποκατάσταση της φύσης μπαίνει τώρα επίσης στο στόχαστρο. Το σχέδιο της Επιτροπής για την αποκατάσταση ζωτικών οικοσυστημάτων, όπως οι πλούσιοι σε άνθρακα τυρφώνες, και τον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής επρόκειτο να δημοσιευθεί τον περασμένο μήνα, αλλά αναβλήθηκε με δικαιολογία τον πόλεμο.

Η προσέγγιση αυτή εξακολουθεί να συνάδει με το όραμα που παρουσιάζεται στην Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ;

Προς το παρόν, ένα πράγμα είναι βέβαιο: Ο δισταγμός της Ευρώπης όσον αφορά τη φύση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κοντόφθαλμος, παραπλανητικός, ακόμη και αυτοκαταστροφικός.

Τώρα είναι η ώρα για δράση…

Η φύση είναι ο ισχυρότερος σύμμαχός μας στην προσπάθεια για επισιτιστική ασφάλεια. Η αποκατάσταση υγιών οικοσυστημάτων αποτελεί προϋπόθεση για να βοηθήσουμε τους αγρότες να αποφύγουν τις αποτυχίες των καλλιεργειών και να αναχαιτίσουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη γεωργική γη. Με άλλα λόγια, είναι το ασφαλέστερο στοίχημά μας για να διασφαλίσουμε ότι η Γη θα είναι σε θέση να παράγει αρκετά τρόφιμα για να θρέψει τους ανθρώπους της στο μέλλον.

Τα καλά νέα είναι ότι η δημιουργία χώρου για τη φύση και η διάθεση τροφίμων για όλους πάνε μαζί. Υπάρχουν δύο βασικά βήματα που μπορεί να κάνει η Ευρώπη για να επιτύχει αυτούς τους στόχους.

Πρώτον, πρέπει να σταματήσουμε να καίμε τρόφιμα για ενέργεια. Κάθε μέρα, η Ευρώπη μετατρέπει 10.000 τόνους σιταριού σε αιθανόλη για χρήση στα αυτοκίνητα – το ισοδύναμο 15 εκατομμυρίων καρβελιών ψωμιού.

Δεύτερον, πρέπει να περιορίσουμε το ζωικό κεφάλαιο, στηρίζοντας παράλληλα τους αγρότες που αντιμετωπίζουν την εκτίναξη των τιμών των ζωοτροφών στα ύψη και πρέπει να προσαρμοστούν γρήγορα στη νέα πραγματικότητα. Αυτό θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, αν αναλογιστεί κανείς ότι το 62% των ευρωπαϊκών δημητριακών χρησιμοποιείται είτε για την παραγωγή ζωοτροφών είτε για την παραγωγή χοιρινού κρέατος, βοείου κρέατος και πουλερικών – αν και η κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών στην Ευρώπη υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως υγιεινή διατροφή.

Αν μας ενδιαφέρει πραγματικά η επισιτιστική ασφάλεια, τότε θα πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στην παραγωγή τροφίμων πλούσιων σε πρωτεΐνες και φυτικής προέλευσης για τους ανθρώπους και όχι για τα ζώα και τα αυτοκίνητα.

Φυσικά, βραχυπρόθεσμα, τα βήματα αυτά θα πρέπει να συνοδεύονται από ένα σχέδιο στήριξης των γεωργών και των ανθρώπων στις ευάλωτες περιοχές του κόσμου. Ο κόσμος, ο οποίος παράγει σήμερα περισσότερα από αρκετά τρόφιμα για να θρέψει κάθε άνθρωπο στον πλανήτη, πρέπει να διατηρήσει το εμπόριο ανοιχτό και να αντιταχθεί στα ανακριβή επιχειρήματα σχετικά με την επισιτιστική ασφάλεια. Όπως δείχνουν οι αριθμοί, το πρόβλημα με το σημερινό σύστημα τροφίμων δεν έγκειται τόσο στην παραγωγή όσο στις σπάταλες πρακτικές και την άδικη διανομή του.

…ή θα δεχτούμε τις συνέπειες, μελλοντικά

Τα κακά νέα είναι ότι η ευκαιρία αυτή δεν θα περιμένει για πολύ, καθώς η απώλεια της βιοποικιλότητας και οι ξηρασίες που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή καθιστούν την προοπτική της επισιτιστικής ανασφάλειας κάτι παραπάνω από πραγματική.

Η υποβάθμιση του εδάφους σε ολόκληρη την ΕΕ επηρεάζει ήδη το 61 έως 73% της γεωργικής γης, περιορίζοντας την ικανότητα της ένωσης να παράγει τρόφιμα σε ορισμένες περιοχές. Μόνο η διάβρωση προκαλεί απώλειες σχεδόν 3 εκατομμυρίων τόνων σιταριού και 0,6 εκατομμυρίων τόνων καλαμποκιού ετησίως.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η υποβάθμιση του εδάφους έχει ήδη μειώσει την παραγωγικότητα του 23% της επιφάνειας της γης, με ετήσιες παγκόσμιες καλλιέργειες ύψους έως και 577 δισεκατομμυρίων δολαρίων να κινδυνεύουν από την απώλεια επικονιαστών.

Δεν θα δείτε αυτά τα στοιχεία στα περισσότερα πολιτικά συνθήματα για την επισιτιστική ασφάλεια. Ωστόσο, η επιστήμη μας λέει ότι η σταδιακή κατάρρευση της φύσης θα επιδεινώσει τις ανησυχίες για την επισιτιστική ασφάλεια.

Στην πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει ήδη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία επιτάχυνε την τάση αύξησης των τιμών των τροφίμων, οι οποίες το 2021 ήταν ήδη υψηλότερες από ό,τι ήταν εδώ και μια δεκαετία. Ο λόγος; Οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού που προκλήθηκαν από την κρίση του Covid19 και οι κακές σοδειές στις χώρες παραγωγής που επλήγησαν από ακραία καιρικά φαινόμενα.

Αυτό δείχνει ότι οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι οικονομίες μας είναι εύθραυστες και, ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να γίνουν πιο ανθεκτικές.

Πρέπει να αποδεχτούμε ότι η συνήθης λειτουργία δεν αποτελεί πλέον ασφαλή πορεία δράσης. Ο κόσμος χρειάζεται περισσότερη φύση, όχι λιγότερη – και την χρειάζεται τώρα, αν θέλουμε να αποτρέψουμε την επόμενη μεγάλη κρίση από την οποία μπορεί να μην ανακάμψουμε ποτέ.