Το Brexit θα διαταράξει την αγροτική οικονομία, προειδοποιούν ειδικοί

Οι αγροτικές επιχειρήσεις της ΕΕ ενδέχεται να πληρώσουν μεγάλο τίμημα για το Brexit, αν προκύψουν νέοι εμπορικοί  φραγμοί που μπορεί να μειώσουν την «όρεξη» των Βρετανών για προϊόντα όπως το ιρλανδικό τυρί τσένταρ, το γαλλικό κρασί και το δανικό μπέικον.

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει η ένωση ευρωπαίων αγροτών, COPA-COGECA, η οποία δημοσίευσε προκαταρκτική έκθεση 156 σελίδων ένα μήνα μετά την επίσημη ανακοίνωση της Βρετανίας στις Βρυξέλλες για αποχώρηση από την Ένωση στο τέλος Μαρτίου.

«Οι αγρότες δεν θα πρέπει να πληρώσουν το τίμημα μιας πολιτικής απόφασης», προειδοποίησε ο πρόεδρος της COGECA Thomas Magnusson, αναφερόμενος στον κίνδυνο φραγμών στις εμπορικές συναλλαγές, όπως οι δασμοί, μετά το Brexit.

Το ενδεχόμενο δυσκολίας στις εξαγωγές σε μια τόσο σημαντική χώρα όπως η Βρετανία είναι ορατό για τους αγρότες στις 27 χώρες της ΕΕ, εάν το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες δεν καταφέρουν να καταλήξουν σε μια συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μετά το Brexit.

Οι τιμές των προϊόντων θα μπορούσαν να αυξηθούν ραγδαία εάν η Βρετανία εγκαταλείψει την τελωνειακή ένωση στα πλαίσια ενός «σκληρού» Brexit, κάτι που η Βρετανή πρωθυπουργός Theresa May δεν έχει αποκλείσει σε περίπτωση που δεν ικανοποιηθούν οι όροι συναλλαγών που επιθυμεί .

Σε αυτή την περίπτωση, οι βρετανοί καταναλωτές πιθανότατα θα αγόραζαν λιγότερα ευρωπαϊκά γεωργικά προϊόντα.

Σύμφωνα με την έκθεση της COPA-COGECA, αυτοί που θα πληγούν περισσότερο είναι οι παραγωγοί φρούτων, λαχανικών, βοδινού κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και κρασιού – προϊόντα που αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο κομμάτι των ετήσιων εξαγωγών τροφίμων και γεωργικών προϊόντων της ΕΕ προς το Ηνωμένο Βασίλειο ύψους 45 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Η COPA-COGECA δήλωσε ότι «ελπίζει ειλικρινά» ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα συμπεριλάβει στους προϋπολογισμούς της για το 2019 και το 2020 «επαρκή εργαλεία διαχείρισης κρίσεων» για να βοηθήσει τους αγρότες που θα πληγούν από τυχόν αρνητικές συνέπειες.

Με την αύξηση των Βρετανών που καταναλώνουν ειδικά ευρωπαϊκά προϊόντα, η αποχώρηση της Βρετανίας θα μπορούσε επίσης να πλήξει τους παραγωγούς σκληρών τυριών και τους οινοπαραγωγούς στους οποίους δόθηκαν Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις.

 «Υπάρχουν όμως και άλλοι τομείς όπου η ΕΕ έχει το πάνω χέρι»

Η γεωργία κατέχει την 17η θέση όσον αφορά στην εξαγωγική δραστηριότητα του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ, θέση που βρίσκεται πολύ πίσω από τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, ενώ είναι καθαρός εισαγωγέας γεωργικών προϊόντων της ΕΕ.

Ο Alan Matthews, καθηγητής στο Trinity College του Δουβλίνου, σημείωσε ότι η εμπορική σχέση της Βρετανίας με την ΕΕ της δίνει «κάποια διαπραγματευτική δύναμη» στις συζητήσεις για την έξοδο της χώρας από την Ένωση, οι οποίες αναμένεται να ξεκινήσουν μετά τις βρετανικές εκλογές της 8ης Ιουνίου.

«Υπάρχουν όμως και άλλοι τομείς όπου η ΕΕ έχει το πάνω χέρι», πρόσθεσε.

Νέοι εμπορικοί φραγμοί ενδέχεται να πλήξουν και τις ύψους 11 δισεκατομμυρίων λιρών (12,6 δισεκατομμύρια ευρώ) ετήσιες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων της Βρετανίας προς την Ευρώπη, επηρεάζοντας σημαντικά προϊόντα όπως το σκωτσέζικο ουίσκι και το βρετανικό αρνίσιο κρέας.

«Θα ήταν λάθος να κοιτάζουμε μόνο ένα κλάδο ή έναν τομέα μεμονωμένα. Οι διαπραγματεύσεις δεν αφορούν μόνο τη γεωργία, αλλά τη συνολική οικονομία «, τόνισε ο Matthews.

Πέντε χώρες της ΕΕ ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τη γεωργική πορεία των διαπραγματεύσεων: η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες και η Ιρλανδία.

Για παράδειγμα, η Ιρλανδία εξάγει περισσότερο από το ένα τρίτο του συνόλου των γεωργικών και διατροφικών προϊόντων της στο Ηνωμένο Βασίλειο – συγκεκριμένα περίπου το 37% πέρυσι.

Σε βασικούς τομείς, εξάγει περισσότερο από το ήμισυ του βοδινού κρέατος και περισσότερο από το ένα τρίτο των γαλακτοκομικών προϊόντων της στην ευρύτερη περιοχή της Ιρλανδικής Θάλασσας.

Ορισμένα προϊόντα εξαρτώνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την πρόσβαση στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως το ιρλανδικό τυρί τσένταρ σε ποσοστό 80% και τα μανιτάρια σε ποσοστό 90%.

Πρόσβαση στην αγορά, τρύπα στον προϋπολογισμό

Στην έκθεση της για τον αντίκτυπο του Brexit, η ιρλανδική κυβέρνηση ανέφερε ότι αρκετές από τις οικονομικές επιπτώσεις θα προκύψουν μετά την αποχώρηση της Βρετανίας.

Ωστόσο, ο γεωργικός της τομέας έχει ήδη επηρεαστεί από την πτώση της λίρας, μετά το βρετανικό δημοψήφισμα του 2016.

Σύμφωνα με την ΕΕ, πέρυσι η αξία των εξαγωγών των ιρλανδικών τροφίμων και ποτών μειώθηκε κατά 570 εκατ. ευρώ.

Η Ιρλανδία θα μπορούσε να αναζητήσει εναλλακτικές αγορές στην Ευρώπη και αλλού σε περίπτωση που η πρόσβαση στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου καταστεί δύσκολη, ωστόσο η πρόσθετη προσφορά εκεί θα μείωνε τις τιμές για ευαίσθητους τομείς όπως το βοδινό κρέας, είπε ο Matthews.

Ανησυχία απορρέει και από το γεγονός ότι η Βρετανία είναι καθαρός συνεισφέρων στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Ένας γρήγορος υπολογισμός με βάση τη συνεισφορά της Βρετανίας και το μερίδιο του προϋπολογισμού που διαθέτει για την Κοινή Αγροτική Πολιτική δείχνει ότι θα αφήσει τρύπα περίπου τριών δισεκατομμυρίων ευρώ.

«Όλοι γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι να πείσουμε τις χώρες να συνεισφέρουν περισσότερα στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Αυτό είναι σαφώς κάτι για το οποίο δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα», δήλωσε ο Matthews.

 

 

 

X