Οι συγχωνεύσεις εταιρειών πλήττουν το μέλλον της γεωργίας προειδοποιούν οι ειδικοί

[Hanohiki/Shutterstock]

Οι συγχωνεύσεις στον τομέα των γεωργικών προϊόντων υποσκάπτουν τα έσοδα των αγροτών και εδραιώνουν τα τρέχοντα μοντέλα παραγωγής τροφίμων, επιφέροντας περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ειδικοί.

Σύμφωνα με την έκθεση «too big to feed» που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή (13 Οκτωβρίου) από τη διεθνή ομάδα εμπειρογνωμόνων για τα αειφόρα συστήματα διατροφής, τονίζεται ότι οι πρόσφατες συγχωνεύσεις μεταξύ των εταιρειών αγροχημικών θα παραδώσουν το 70% του τομέα στα χέρια τριών κολοσσών: πρόκειται για το ομόλογο Dow-Dupont, την εξαγορά της Monsanto από τη Bayer ύψους 66 δις δολαρίων και την εξαγορά της Syngenta από τη ChemChina για 43 δις δολάρια, ενώ δρομολογείται η συγχώνευση της SinoChem το 2018.

«Οι συγχωνεύσεις επιτρέπουν ολοένα και περισσότερο στις επιχειρήσεις να ελέγχουν τις ροές πληροφοριών κατά μήκος της αλυσίδας και να ασκούν τεράστια δύναμη στη λειτουργία των συστημάτων τροφίμων», δήλωσε ο υπεύθυνος σύνταξης της έκθεσης, Pat Mooney.

Η έκθεση υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι συγχωνεύσεις και η συγκέντρωση της αγοράς πραγματοποιούνται σε όλο το φάσμα των γεωργικών προϊόντων διατροφής.

«Η κατάσταση αυτή βλάπτει εξίσου την κοινωνία», δήλωσε ο πρώην ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ, Olivier de Schutter.

«Μόλις εμπλακούν στην αγορά, οι μεγάλες εταιρείες επικεντρώνονται στην υπεράσπιση του μεριδίου τους και στη χάραξη πολιτικών που ταιριάζουν στις ανάγκες τους – όχι στην παροχή καινοτομίας που χρειαζόμαστε για την οικοδόμηση βιώσιμων συστημάτων διατροφής», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), η κάθετη ολοκλήρωση των επιχειρήσεων (π.χ. εταιρείες που λειτουργούν σε διάφορα στάδια της τροφικής αλυσίδας) μετατοπίζει την εξουσία από τους πρωτογενείς παραγωγούς σε φορείς που βρίσκονται κάτω από την αλυσίδα αξίας (αγροχημική βιομηχανία και μεταποιητές) και ταυτόχρονα οδήγησε στην ιεράρχηση του βραχυπρόθεσμου κέρδους.

Η ύπαρξη ενός βιώσιμου ευρωπαϊκού συστήματος τροφίμων είναι δυνατή, σύμφωνα με τον ΕΟΠ, αλλά θα απαιτήσει μια «θεμελιώδη στροφή προς πιο οικολογικές προσεγγίσεις, εξασφαλίζοντας βιώσιμη χρήση ανανεώσιμων πόρων και αύξηση της συνολικής αποδοτικότητάς τους όσον αφορά στις εξωτερικές χημικές εισροές, το νερό και τη χρήση ενέργειας, καθώς επίσης την παραγωγή αποβλήτων.

Τον Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε μια διεξοδική έρευνα σχετικά με την προτεινόμενη εξαγορά της Monsanto (ΗΠΑ) από την Bayer (Γερμανία), προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον η συγχώνευση θα μειώσει τον ανταγωνισμό στην αγορά φυτοφαρμάκων και σπόρων.

Εκπρόσωπος Τύπου της Bayer δήλωσε στη EURACTIV, ότι σύμφωνα με την προτεινόμενη συγχώνευση, μια θυγατρική της Bayer που εδρεύει εξ ολοκλήρου στην Αμερική πρόκειται να αγοράσει όλες τις μετοχές της Monsanto.

«Από οικονομική άποψη, η Bayer θα αναλάβει τους επιχειρηματικούς κινδύνους από την Monsanto (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με εκκρεμείς αγωγές) μετά το κλείσιμο της συγχώνευσης. Ωστόσο, νομικά η εταιρεία Monsanto παραμένει το μόνο υπεύθυνο μέρος για τις υποχρεώσεις της».

X