Αγροτικά Νέα: μια ματιά στην Ευρώπη

[aau.at]

Μείωση της ζήτησης πρωτεϊνούχων καλλιεργειών για ζωοτροφές ζητά η ΕΕ

Στις 17 Δεκεμβρίου, οι Ευρωπαίοι υπουργοί Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης συζήτησαν τις προτάσεις που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη μείωση της ποσότητας μη βιώσιμης σόγιας που εισάγεται στην ΕΕ, γράφει στη EURACTIV η food & farming campaigner της Friends of Earth Europe, Stanka Becheva.

Η Ευρώπη εξαρτάται όλο και περισσότερο από την εισαγόμενη φυτική πρωτεΐνη, για να ικανοποιήσει την επιθυμία για κρέας, γαλακτοκομικά και αυγά. Η κατανάλωση κρέατος στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 60% από τη δεκαετία του 1960, ιδιαίτερα από το κρέας χοίρων και πουλερικών.

Αυτό το μοντέλο εντατικής γεωργίας δημιουργεί σοβαρά προβλήματα: από το νερό, το έδαφος και την ατμοσφαιρική ρύπανση έως την απώλεια της βιοποικιλότητας, ενώ, ως κύριος εκπομπός αερίων θερμοκηπίου, συμβάλλει στην παγκόσμια κλιματική κρίση περισσότερο και από τον τομέα των μεταφορών. Η υψηλή κατανάλωση ζωικών προϊόντων συγκρούεται, επίσης, με τις παγκόσμιες κατευθυντήριες γραμμές για την υγεία.

Πάνω από το 90% της σόγιας που απαιτείται για ζωοτροφές στην ΕΕ εισάγεται, την τελευταία δεκαετία, κυρίως από τη Νότια Αμερική και πιο πρόσφατα από τις ΗΠΑ. Η παραγωγή της έχει οδηγήσει σε καταστροφικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις, όπως η αποψίλωση μεγάλης κλίμακας.

Στην προσπάθεια να μειωθεί η ζήτηση πρωτεϊνούχων καλλιεργειών για ζωοτροφές, η ΕΕ χρειάζεται επειγόντως μέτρα για τη μείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων.

Όλα αυτά τα μέτρα «μειώνουν τα απόβλητα, την κατανάλωση ενέργειας και τις ζημίες στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία», σύμφωνα με το ανακοινωθέν των Βρυξελλών.

Σε ισχύ η πρώτη ευρωπαϊκή συμφωνία για τα ανακυκλωμένα λιπάσματα

Ο κανονισμός για τη χρήση οργανικών λιπασμάτων από απόβλητα βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας. Στόχος του είναι να μειώσει τη χρήση χημικών λιπασμάτων στην Ευρώπη.

Η νέα νομοθεσία προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Μάρτιο του 2016 ως μέρος της δέσμης μέτρων για την κυκλική οικονομία. Τα λιπάσματα με περιεκτικότητα μικρότερη από 20 mg/kg μπορούν να εμφανίζουν την ετικέτα «χαμηλό κάδμιο». Ωστόσο, το όριο των 60 mg/kg θεωρείται «συγκλονιστικό» από την Bérénice Dupeux του Ευρωπαϊκού Γραφείου Περιβάλλοντος (EEB).

Όπως υποστηρίζει, «θέτει τα οικονομικά συμφέροντα πάνω από την υγεία των Ευρωπαίων και το περιβάλλον» και «επιδεινώνει τη ρύπανση του καδμίου στα εδάφη και τη θαλάσσια ρύπανση». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τάχθηκε, επίσης, υπέρ ενός χαμηλότερου ορίου 20 mg/kg.

Την ανάγκη καταπολέμησης της υπεραλίευσης τονίζουν οι ειδικοί

Η μεταρρυθμισμένη Κοινή Αλιευτική Πολιτική περιλαμβάνει τα εργαλεία για την επίτευξη κερδοφόρου αλιείας με σεβασμό στις παράκτιες κοινότητες. Ωστόσο, για την καταπολέμηση της υπεραλίευσης απαιτείται η άμεση δράση της ΕΕ και των κρατών μελών, γράφει σε άρθρο του στη EURACTIV ο διευθυντής της ΜΚΟ Fisheries Secretariat, Jan Isakson.

«Τα όρια αλιευμάτων δεν μπορούν να τεθούν χαμηλότερα λόγω των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων! Με απλά λόγια, αν οι ποσοστώσεις καθορίζονται στα επίπεδα που προτείνουν οι επιστήμονες για τα υγιή αποθέματα ιχθύων, τότε οι αλιείς δεν θα έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν τα προς το ζην», επισημαίνει ο κ. Isakson.

Το 2009, η Πράσινη Βίβλος της Επιτροπής προσδιόρισε την πλεονάζουσα αλιευτική ικανότητα του αλιευτικού στόλου ως το μείζον πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί κατά την προσεχή μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Η μεταρρύθμιση του 2013 περιείχε ένα σύνολο εργαλείων διαχείρισης για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η αντιμετώπιση της πλεονάζουσας αλιευτικής ικανότητας του στόλου αποτελούσε βασικό πυλώνα της μεταρρυθμισμένης ΚΑΠ. Εντούτοις, πέντε χρόνια μετά από αυτή τη μεταρρύθμιση, η πλεονάζουσα αλιευτική ικανότητα εξακολουθεί να υπονομεύει τον καθορισμό αειφόρων αλιευτικών ποσοστώσεων.

*Πρώτη δημοσίευση Ύπαιθρος Χώρα (έντυπη έκδοση)

X