Σε ανοδική τροχιά η γερμανική οικονομία

[Omer Messinger/EPA/EFE]

Αυτό το άρθρο είναι μέρος των ειδικών εκθέσεων μας Ευρωπαϊκή οικονομία: Σταδιακή ανάκαμψη ή στασιμότητα;.

Η γερμανική οικονομία διανύει τη μεγαλύτερη περίοδο ανόδου από το 1966, δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας, Πέτερ Αλτμάιερ στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου.

Η πρόβλεψη που έκανε για τη γερμανική οικονομία ακουγόταν σχεδόν άψογη. Παρόλο που προβλεπόταν ελαφρά μείωση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης μέχρι το 2020, οι μισθοί θα αυξηθούν, όπως και η κατανάλωση, ενώ αναμένεται να υπάρξουν μεγαλύτερες επενδύσεις και η χώρα να στραφεί προς την πλήρη απασχόληση.

Η Γερμανία κατάφερε να ανακάμψει από την οικονομική κρίση, σε αντίθεση με ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης. Πολλά κράτη εξακολουθούν να αγωνίζονται για την αντιμετώπιση της υψηλής ανεργίας – σχεδόν ένας στους πέντε Ισπανούς αναζητά εργασία. Στο μεταξύ, στην Ιταλία βρίσκεται στο δεύτερο μεγαλύτερο χρέος της Ευρωζώνης με την κυβέρνηση να σχεδιάζει δαπανηρές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

«Δέκα ή 15 χρόνια πριν, κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι η οικονομία μας θα μοιάζει όπως τώρα», ανέφερε ο Jürgen Matthes από το German Economic Institute. Ο ίδιος θεωρεί αποφασιστικής σημασίας τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις «Agenda 2010» υπό την κυβέρνηση του καγκελαρίου Schröder, οι οποίες δημιούργησαν έναν τομέα χαμηλών μισθών και προσέδωσαν στη γερμανική οικονομία μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα.

Η γερμανική εξαγωγική ικανότητα συνεχίζει να επωφελείται από τις μεταρρυθμίσεις αυτές μέχρι σήμερα, πρόσθεσε ο κ. Matthes.

Εντούτοις, η ανταγωνιστικότητα έχει αποτελέσει επανειλημμένα αντικείμενο κριτικής σε διεθνές επίπεδο. Η χώρα έχει καταγράψει το μεγαλύτερο πλεόνασμα εμπορικού ισοζυγίου παγκοσμίως για τρία συνεχόμενα έτη.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δεν είναι μόνος που ενοχλείται από αυτό – «οι Γερμανοί είναι κακοί, πολύ κακοί» – το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμαρτύρονται επανειλημμένα ότι η Γερμανία πρέπει να τηρήσει το πλεόνασμα εμπορικού ισοζυγίου στο 6%, όπως ορίζεται από την ΕΕ. Υψηλότερες τιμές θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της Ευρωζώνης.

Υπάρχουν, επίσης και άλλα κράτη μέλη που διασχίζουν τη γραμμή του 6%. Για παράδειγμα, τα εμπορικά πλεονάσματα της Ιρλανδίας, της Ολλανδίας και της Μάλτας ήταν υψηλότερα. Ωστόσο, σε απόλυτους αριθμούς, η γερμανική εξαγωγική ικανότητα ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα στοιχεία από το πρώτο τρίμηνο του 2018 καταδεικνύουν αυτή τη διαφορά: η Αυστρία, στη δεύτερη θέση, είχε πλεόνασμα ύψους 5,3 δις ευρώ. Αντίθετα, ο γερμανικός εξαγωγικός γίγαντας ανήλθε στα 71,5 δις ευρώ.

Για το German Economic Institute και τη γερμανική κυβέρνηση, το πλεόνασμα δεν θεωρείται απαραίτητα κακό.

«Αναρωτιόμαστε γιατί το πλεόνασμα είναι ακόμα τόσο υψηλό, αφού οι Γερμανοί καταναλώνουν πολλά χρόνια. Οι επιχειρήσεις επενδύουν λιγότερο δυναμικά από ό, τι στο παρελθόν, αλλά ο βαθμός στον οποίο αυτό έχει αντίκτυπο δεν είναι πολύ σαφής», παραδέχτηκε ο κ. Matthes.

Πρόσθεσε, ακόμη, ότι προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι Γερμανοί να επενδύσουν, έπρεπε να υπάρξουν πολιτικά κίνητρα, όπως λιγότερη γραφειοκρατία, χαμηλότεροι φόροι εταιρειών και καλύτερες συνθήκες για επενδύσεις.

«Η γερμανική κυβέρνηση εξακολουθεί να στηρίζεται στα επιτεύγματα της «Agenda 2010», σημείωσε ο κ. Matthes.

Στο πλαίσιο παρουσίασης των οικονομικών προβλέψεων για το φθινόπωρο, ο υπουργός Αλτμάιερ τόνισε: «Δεν θέλουμε να εμποδίσουμε τις εταιρείες μας να φέρουν την ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές».

Παράλληλα, θεώρησε ότι οι μεγαλύτερες επενδύσεις σε υποδομές ή στην καινοτομία είναι απολύτως ζωτικής σημασίας, αλλά αυτό δεν θα οδηγούσε αυτόματα σε όφελος άλλων οικονομιών.

Με τις προσεχείς Ευρωεκλογές στο προσκήνιο, οι λαϊκιστές κάνουν λόγο για υποκρισία και επικρίνουν την υπεροχή της Γερμανίας στην ΕΕ. Μια τέτοια εξέγερση ενάντια στο «ευρωπαϊκό κατεστημένο», όπως συμβαίνει στην Ιταλία αυτή τη στιγμή, θα μπορούσε να αποτελέσει τακτική της προεκλογικής εκστρατείας των λαϊκιστών.

Εντούτοις, ο Γερμανός υπουργός αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για τη γερμανική οικονομία – και το εμπορικό ισοζύγιο. «Ο βασικός κίνδυνος είναι η περαιτέρω κλιμάκωση της παγκόσμιας εμπορικής διένεξης, η οποία θα μπορούσε να πλήξει εξίσου τις γερμανικές εξαγωγές», δήλωσε.

Η εξαγωγή πολλών αγαθών σημαίνει ότι η γερμανική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από διεθνή γεγονότα. Κατά συνέπεια, οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας ανησυχούν και για το ζήτημα του Brexit.

Στην περίπτωση ενός σκληρού Brexit, που θα μπορούσε να περιλαμβάνει τιμολόγια, εμπορικούς φραγμούς και συναλλαγματικές επιπτώσεις, η Γερμανία ενδέχεται να υποστεί σοβαρές ζημιές ως χώρα εξαγωγής. Το German Economic Institute υπολόγισε ότι οι εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν αρχικά να μειωθούν έως και κατά 57%.

Παρά τα προβλήματα στον τομέα των εξαγωγών η γερμανική οικονομία είναι «σχετικά ανθεκτική στις κρίσεις», κατέληξε ο κ. Matthes.

X