Οι Ευρωβουλευτές ζητούν αυστηρότερους νόμους κατά της παραπληροφόρησης, μετά τις ταραχές στις ΗΠΑ

USA_Congress_2 [ΑΠΕ ΜΠΕ]

Οι νομοθέτες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με το ρόλο που έπαιξαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην εισβολή στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον, επισημαίνοντας ότι ο προτεινόμενος νόμος ψηφιακών υπηρεσιών (DSA) της ΕΕ θα πρέπει να υποδιπλασιάσει την εξάπλωση υλικού θεωριών συνομωσίας στο Διαδίκτυο.

Οι υποστηρικτές του απερχόμενου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσαν βίαιες σκηνές στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ την Τετάρτη, εμποδίζοντας την επικύρωση του αποτελέσματος των εκλογών του Νοεμβρίου με το οποίο θα ανακηρύττονταν και επίσημα ο Δημοκρατικός Τζο Μπάιντεν ως νέος Πρόεδρο των ΗΠΑ.

Για πρώτη φορά, οι πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης φάνηκαν να αναγνωρίζουν το μερίδιο ευθύνης τους επιτρέποντας στον Ντόναλντ Τραμπ να διαδίδει τους ψευδείς ισχυρισμούς ότι οι εκλογές των ΗΠΑ ήταν απάτη.

Σε μια άνευ προηγουμένου κίνηση, το Twitter απαγόρευσε προσωρινά την πρόσβαση του προέδρου των ΗΠΑ στην πλατφόρμα του, εν αναμονή της διαγραφής μιας σειράς από Tweets που σύμφωνα με την εταιρεία μπορεί να προκαλέσουν βία.

Ο Mark Zuckerberg του Facebook ανακοίνωσε επίσης την Πέμπτη (7 Ιανουαρίου) ότι στον Τραμπ έχει επιβληθεί καθολική απαγόρευση στο δίκτυο «τουλάχιστον για τις επόμενες δύο εβδομάδες», εξαιτίας της διάδοσης ψευδών ισχυρισμών, σχετικά με τον δήθεν δόλιο χαρακτήρα των εκλογών.

«Πιστεύουμε ότι οι κίνδυνοι να επιτρέψουμε στον Πρόεδρο να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την υπηρεσία μας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είναι απλά πολύ μεγάλοι», δήλωσε ο Zuckerberg σε μια ανάρτηση στο Facebook. Στις Βρυξέλλες, οι ευρωβουλευτές καταδίκασαν άμεσα το ρόλο που έπαιξαν οι πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων στην κινητοποίηση μιας κοινότητας ικανής να προβεί στις βίαιες ενέργειες που έπληξαν την Ουάσιγκτον, με τη διάδοση του υλικού θεωριών συνωμοσίας, που διατρέχει πολλές πλατφόρμες.

«Οι ταραχές στην Ουάσινγκτον τροφοδοτήθηκαν εν πολλοίς από διαδικτυακές θεωρίες συνωμοσίας τόσο επιτυχημένες που έχουν ανατρέψει πλήρως την εμπιστοσύνη πολλών Αμερικανών σε βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς», δήλωσε ο Kris Peeters, Βέλγος κεντροδεξιός ευρωβουλευτής, ο οποίος ηγήθηκε πέρυσι μιας μελέτης για τον νόμο σχετικά με τις Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

«Ο ευρωπαϊκός νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες πρέπει να βελτιώσει σημαντικά τη διαφάνεια και την επιβολή του στις ψηφιακές εταιρείες, ώστε να μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι αντιμετωπίζουν επαρκώς τους κινδύνους και ειδικά τον τρόπο με τον οποίο κοινοποιείται και ενισχύεται η παραπληροφόρηση», πρόσθεσε. Σύμφωνα με τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, οι πλατφόρμες ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με πρόστιμα δισεκατομμυρίων ευρώ, εκτός εάν συμμορφωθούν με τους νέους κανόνες σχετικά με τη διαφάνεια της διαφήμισης, την κατάργηση περιεχομένου και την πρόσβαση σε δεδομένα.

Οι κυρώσεις για τέτοιου είδους παραβάσεις προβλέπουν πρόστιμα έως και 6% του ετήσιου εισοδήματος μιας εταιρείας. Ο Alex Agius Saliba, σοσιαλιστής ευρωβουλευτής, που ηγήθηκε πέρυσι ενός κειμένου σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες για την επιτροπή εσωτερικής αγοράς του Κοινοβουλίου, δήλωσε ότι ο νόμος ορόσημο της ΕΕ πρέπει να εξετάσει πιο προσεκτικά τη διάδοση ψευδών περιεχομένων. «Πρόκειται για επίθεση κατά της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, και το μόνο που ελπίζω είναι να αποκατασταθεί η ειρήνη», είπε στο EURACTIV.

«Οι ψηφιακές πρακτικές, που έχουν σχεδιαστεί για να μεγιστοποιούν την προσοχή των χρηστών, με βάση παράνομο ή συναισθηματικά φορτισμένο περιεχόμενο πρέπει να αντιμετωπίζονται επαρκώς στο Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Service Act)».

Κώδικας πρακτικής και DSA

Όσον αφορά την παραπληροφόρηση, οι προτεινόμενοι κανόνες καθιερώνουν ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον κώδικα πρακτικής της ΕΕ κατά της παραπληροφόρησης, έναν εθελοντικό μηχανισμό στον οποίον συμμετέχουν το Facebook, η Google και το Twitter. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε τις εργασίες για την ενίσχυση των προσπαθειών κατά της παραπληροφόρησης, που περιγράφονται στον κώδικα.

«Εργαζόμαστε τώρα σε έναν ενισχυμένο Κώδικα Πρακτικής για την παραπληροφόρηση», δήλωσε η Věra Jourová, αντιπρόεδρος αξιών και διαφάνειας της Επιτροπής. Ένας από τους στόχους θα είναι «η παρακολούθηση πληροφοριών σχετικά με τις πολιτικές των πλατφορμών και την πρόσβαση σε δεδομένα, η ανάπτυξη προτύπων για τη συνεργασία μεταξύ ελεγκτών και πλατφορμών και η ενίσχυση της ακεραιότητας των υπηρεσιών», δήλωσε στην EURACTIV την Πέμπτη (7 Ιανουαρίου). «Χάρη στον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, θα έχουμε μια νομική βάση για αυτήν την κίνηση.

Ο νόμος για τις ψηφιακές υπηρεσίες εισάγει, μεταξύ άλλων, μια γενική απαίτηση για τις μεγάλες πλατφόρμες προκειμένου να λαμβάνουν μέτρα περιορισμού του κινδύνου. Ο Κώδικας μπορεί να είναι ένα από αυτά τα μέτρα, αν γίνει σωστά », πρόσθεσε η Jourová. Η Επιτροπή θα εκδώσει οδηγίες την άνοιξη, καθορίζοντας πώς οι πλατφόρμες πρέπει να εντείνουν τα μέτρα τους βάσει της αξιολόγησής της για έναν ενημερωμένο κώδικα πρακτικής κατά της παραπληροφόρησης.

Ωστόσο, ο σοσιαλιστής ευρωβουλευτής Paul Tang, ο οποίος εξέδωσε γνώμη σχετικά με τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες για την επιτροπή πολιτικών ελευθεριών του Κοινοβουλίου, πιστεύει ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τις πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων ενδέχεται να μην είναι αρκετές. Αν και «απαιτούνται σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για τις μεγαλύτερες πλατφόρμες για να σταματήσει η εξάπλωση της παραπληροφόρησης, η δυνατότητα άμεσης ρύθμισης κατά της παραπληροφόρησης δεν πρέπει να παραβλεφθεί», είπε. «Δεν μπορούμε να βασιστούμε στην καλή θέληση του Twitter και του Facebook για να κάνουμε τη δημοκρατία να λειτουργήσει, δεδομένου του τεράστιου εμπορικού τους ενδιαφέροντος και του κακού ιστορικού τους», είπε στο EURACTIV. Στο ίδιο μήκος κύματος και η “πράσινη” ευρωβουλευτής Alexandra Geese, σκιώδης εισηγήτρια στον DSA για την επιτροπή εσωτερικής αγοράς, καταγγέλλει συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου για τις ψηφιακές υπηρεσίες που επιτρέπουν στις ψηφιακές πλατφόρμες την ελευθερία να εκτιμούν τους δικούς τους κινδύνους σε συγκεκριμένους τομείς.

«Η Επιτροπή θέλει η Google και το Facebook να συντάξουν τις δικές τους εκτιμήσεις κινδύνων – αυτό είναι σαν να πείτε στη Volkswagen να αξιολογήσει τη συμβολή της στην αλλαγή του κλίματος», είπε στην EURACTIV, επισημαίνοντας την περίπτωση της ερευνήτριας ηθικής της Τεχνητής Νοημοσύνης, Timnit Gebru, που απολύθηκε από την Google τον Δεκέμβριο καθώς φέρεται να συνέταξε ένα έγγραφο που εξηγεί τις εγγενείς προκαταλήψεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. «Πώς μπορούμε να περιμένουμε από αυτές τις εταιρείες να γράψουν τις δικές τους εκτιμήσεις κινδύνων εάν δεν επιτρέπουν καν την κριτική σκέψη και διώχνουν εκείνους που εργάζονται για να μετριάσουν τους κινδύνους;», πρόσθεσε η Geese.

X