Moody’s: Τα δύο σενάρια στη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Τα σενάρια δεν αποτελούν συγκεκριμένες προβλέψεις και η Moody’s θέτει πιθανότητες στα δύο σενάρια, την ταχεία επίλυση και τη μακροχρόνια σύγκρουση, σε 55% και 30%, ενώ στο ανοδικό σενάριο αποδίδει πιθανότητα 15%. [EPA-EFE/ SERGEY KOZLOV]

Η Moody’s Analytics εξετάζει τα δύο οικονομικά σενάρια για να αναλύσει τις οικονομικές επιπτώσεις από την τρέχουσα σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας – Ουκρανίας. «Το περιβάλλον είναι ρευστό και υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους μπορεί να εξελιχθεί η κατάσταση», εξηγεί ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης. Τα σενάρια δεν αποτελούν συγκεκριμένες προβλέψεις και η Moody’s θέτει πιθανότητες στα δύο σενάρια, την ταχεία επίλυση και τη μακροχρόνια σύγκρουση, σε 55% και 30%, ενώ στο ανοδικό σενάριο αποδίδει πιθανότητα 15%.

Σενάριο 1: Ταχεία επίλυση

Το πρώτο σενάριο προβλέπει μια ταχεία επίλυση της εισβολής στην Ουκρανία με μια κατάπαυση του πυρός που θα εφαρμοστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι ΗΠΑ, η ΕΕ και άλλες χώρες κηρύσσουν κυρώσεις κατά Ρώσων ιδιωτών, εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά τους να συνεργαστούν με τη διεθνή οικονομία. Κυρώσεις επιβάλλονται επίσης κατά ορισμένων τομέων, ιδίως κατά των ορυχείων, παραγωγή και μεταφορά ορυκτών καυσίμων και το εμπόριο που σχετίζεται με την άμυνα.

Με γνώμονα την ενεργειακή της ασφάλεια, η ΕΕ σταθμίζει προσεκτικά τις επιλογές της, αλλά καθυστερεί επ’ αόριστον το Nord Stream 2. Η Ρωσία απαντά συνεχίζοντας την τρέχουσα στρατηγική της για μείωση των προμηθειών φυσικού αερίου στην Ευρώπη, διατηρώντας την πίεση στις παγκόσμιες αγορές φυσικού αερίου. Η Ευρώπη προσπαθεί να αντισταθμίσει την απώλεια ρωσικού αερίου με υγροποιημένο φυσικό αέριο από άλλα μέρη του κόσμου και οι χρηματοπιστωτικές αγορές, που ανησυχούν για το ενδεχόμενο περαιτέρω σύγκρουσης, διατηρούν υψηλό ασφάλιστρο κινδύνου για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Βραχυπρόθεσμα, η Ευρώπη καλύπτει τις ενεργειακές της ανάγκες χάρη σε ένα συνδυασμό μέτρων που περιλαμβάνουν αύξηση των προμηθειών ΥΦΑ, τη μετατροπή του άνθρακα σε φυσικό αέριο και την αξιοποίηση της αποθήκευσης. Μεσοπρόθεσμα, η μείωση της ρωσικής προσφοράς και η αύξηση της δυναμικότητας υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη επαναφέρουν τις τιμές του φυσικού αερίου στο βασικό επίπεδο.

Οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται ήπια, με το Brent να φτάνει τα 110 δολάρια ανά βαρέλι ενώ το ευρωπαϊκό αέριο επηρεάζεται περισσότερο, φθάνοντας τα 35 δολάρια ανά εκατομμύριο BTUs. Οι παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις αυξάνονται ως αποτέλεσμα, με την Ευρώπη να επωμίζεται το μεγαλύτερο μέρος του αντίκτυπου. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, που ανησυχεί για τις αρνητικές επιπτώσεις του πληθωρισμού, συνεχίζει την πολιτική σύσφιξης και ακόμη και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πείθεται για την ανάγκη σύσφιξης και αυξάνει τα επιτόκια μέχρι το τέλος του 2022. Ο πληθωρισμός συμπιέζει τα διαθέσιμα εισοδήματα και το καταναλωτικό αίσθημα εξασθενεί, οδηγώντας σε μια μέτρια παγκόσμια ανάπτυξη.

 

Σενάριο 2: Παρατεταμένη σύγκρουση

Στο σενάριο της παρατεταμένη σύγκρουσης, ένα πολύ πιο σκοτεινό σενάριο, όπως το χαρακτηρίζουν οι αναλυτές της Moody’s, η εισβολή στην Ουκρανία εξελίσσεται σε ανθρωπιστική καταστροφή και ωθεί σε μια ενωμένη και ισχυρή αντίδραση στις κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Αυτό ακολουθείται από αντίποινα από τη Ρωσία μέσω της μείωσης των προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Σε αυτό το σενάριο, τα ρωσικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα, το Κίεβο, και εγκαθιστούν νέα διοίκηση.
Ακολουθούν σκληρές συγκρούσεις, καθώς ο ουκρανικός στρατός προβάλλει σθεναρή αντίσταση σε τμήματα της χώρας. Το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος είναι υψηλό, καθώς οι μάχες οδηγούν σε απώλειες αμάχων, καταστροφές και ελλείψεις βασικών αγαθών, αν και οι οικονομικοί θεσμοί της χώρας συνεχίζουν να λειτουργούν. Υπάρχει ένα ισχυρό αίσθημα ενότητας μεταξύ της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, το οποίο οδηγεί σε ταχεία αύξηση των στρατευμάτων του ΝΑΤΟ στην περιοχή, σε μια προσπάθεια αποτροπής της Ρωσίας από το να εισβάλει στις γύρω χώρες.
Η ΕΕ, θορυβημένη από αυτό που βλέπει ως επανεμφάνιση των διαχωριστικών γραμμών του Ψυχρού Πολέμου, προχωρεί στην επιβολή αυστηρών κυρώσεων που οδηγούν σε ρωσικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να μην μπορούν να χρησιμοποιούν το διεθνές σύστημα πληρωμών SWIFT. Η ΕΕ συμφωνεί σε κυρώσεις για τον Nord Stream 2 που εμποδίζουν τον αγωγό να τεθεί σε λειτουργία. Οι ρωσικές εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιμετωπίζουν δυσκολίες πληρωμών ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού τους από το SWIFT, γεγονός που φυσικά μειώνει τον όγκο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που επιθυμεί η Ρωσία να προμηθεύσει.
Επιπλέον, η Ρωσία ενεργεί για την περαιτέρω μείωση της προμήθειας προς την Ευρώπη, προκειμένου να ασκήσει πίεση στην ΕΕ. Η τιμή του αργού τύπου Brent ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 150 δολάρια ανά βαρέλι, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές τιμές του φυσικού αερίου φτάνουν τα 50 δολάρια ανά εκατομμύριο BTUs. Δεν υπάρχει γρήγορη λύση σε αυτή την αντιπαράθεση και η ΕΕ αναγκάζεται να χαράξει μια μεσοπρόθεσμη στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας που επιδιώκει να αποδυναμώσει την παραδοσιακή εξάρτηση από τη Ρωσία.
Στις παγκόσμιες αγορές περιουσιακών στοιχείων παρατηρείται φυγή προς την ποιότητα, καθώς τα ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία διορθώνονται απότομα και το δολάριο ΗΠΑ επωφελείται ως περιουσιακό στοιχείο safe haven. Η ΕΕ επωμίζεται το μεγαλύτερο μέρος από το σοκ των τιμών των βασικών εμπορευμάτων, δεδομένου του πιο περιφερειακού αντίκτυπου της έλλειψης φυσικού αερίου στον πληθωρισμό των τιμών ενέργειας. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπαθούν να στηρίξουν τα νοικοκυριά μέσω επιδοτήσεων και φορολογικών περικοπών, αλλά οι ενέργειές τους δεν αποτρέπουν την περιοχή από το να αντιμετωπίσει ένα σημαντικό πληθωριστικό σοκ. Η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος οδηγεί σε παγκόσμια ύφεση, με τη ζώνη του ευρώ να πλήττεται περισσότερο.

Σε αυτό το σενάριο, καταλήγει η Moody’s, η νομισματική πολιτική αποκλίνει μεταξύ των μεγάλων οικονομιών. Στις ΗΠΑ, η Fed παραμένει προσηλωμένη στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού και ξεκινά έναν πιο επιθετικό κύκλο αύξησης των επιτοκίων, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αναγνωρίζοντας την έκτακτη φύση της κρίσης στην Ευρώπη, περνάει σε κατάσταση αναμονής. Η ΕΚΤ αυξάνει το πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων για να βοηθήσει τις κυβερνήσεις να παράσχουν δημοσιονομική στήριξη.