Πώς o Βορράς οδηγεί το Νότο σε λάθος επιλογές

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

Angela Merkel [ΑΠΕ-ΜΠΕ]

Παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των διαδοχικών συνεδριάσεων του Eurogroup, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημέρωσε τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης ότι η ύφεση κατά το 2020 στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι από 5% μέχρι 10%, εντούτοις οι αποφάσεις του (9/4/2020), σύμφωνα με τους αναλυτές, ήταν κατώτερες των στρατηγικών ελλειμμάτων και των αναμενόμενων υφεσιακών περιστάσεων της Ένωσης.

Κι αυτό γιατί αποφάσισε τη χρησιμοποίηση των υφιστάμενων εργαλείων χρηματοδότησης των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κατά βάση, μέσω δανείων και μνημονιακών όρων και όχι μέσω επιχορηγήσεων και έκδοσης ευρωομολόγου), περιορίζοντας τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αποτροπή της βαθιάς οικονομικής ύφεσης και την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Eurogoup παρέπεμψε την πρόταση για έκδοση ευρωομολόγου των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου στη Σύνοδο Κορυφής (23/4/2020) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις συνθήκες αυτές, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Chr. Lagarde, με καθαρά ποσοτικά και χρονικά κριτήρια και όχι με ποιοτικά και ουσιαστικά κριτήρια, περιόρισε την κριτική της στο Eurogroup ότι πραγματοποιεί «λίγα και αργά», παραβλέποντας την αναγκαιότητα διαφορετικών αποφάσεων και πολιτικών, με την έννοια της έμφασης περισσότερο στην αντιμετώπιση των στρατηγικών ελλειμμάτων της Ένωσης, της χρηματοδότησης της ανάπτυξης και λιγότερο της χρηματοδότησης της διαχείρισης της κρίσης.

Αυτό σημαίνει ότι ενώ μέχρι σήμερα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποτροπή της επιδείνωσης της ύφεσης έχουν δαπανήσει 3% του ΑΕΠ, η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι κατά το 2020 η αναμενόμενη μείωση του ΑΕΠ στην Ε.Ε.-27 θα κινηθεί από 5% μέχρι 10%. Έτσι, από την άποψη αυτή, η πρόταση της Γαλλίας και των άλλων εννέα κρατών-μελών, κατά βάση, του ευρωπαϊκού Νότου για τη σύσταση του «Ταμείου Ανάκαμψης» και της μετάβασης μέσω της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης (αμοιβαιοποίηση του συνολικού χρέους των κρατών-μελών) από την ύφεση στην ανάπτυξη, με ευρωπαϊκή και κοινωνική συνοχή, που κατατέθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (23/4/2020), αναδεικνύεται, ιδιαίτερα από τις χώρες του Νότου που επλήγησαν σοβαρά από τον κορωνοϊό, ως πιο ζωτικής σημασίας από ποτέ στην Ευρώπη.

Όμως, η άρνηση της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Αυστρίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών της επιρροής τους στην έκδοση ευρωομολόγων οδηγούν τα κράτη-μέλη του ευρωπαϊκού Νότου στη συμβιβαστική υποχώρηση έκδοσης ενός είδους κορωνο-ομολόγου, δηλαδή μίας κοινής έκδοσης χρέους που θα αφορά δαπάνες για την ανάκαμψη των οικονομιών των κρατών-μελών και της ευρωπαϊκής οικονομίας γενικότερα, με αμοιβαιοποίηση του χρέους των επόμενων ετών και όχι της αμοιβαιοποίησης του χρέους και των παρελθόντων ετών.

Ο συμβιβασμός αυτός αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς των κρατών-μελών της Ένωσης, διευθετικό μέσο των διαφωνιών Βορρά-Νότου αλλά και ένα εργαλείο απαλλαγής των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου από μη βιώσιμα επίπεδα χρέους, παράτασης της ύφεσης, υψηλού επιπέδου ανεργίας και περαιτέρω φτωχοποίησης του πληθυσμού.

Από την άλλη πλευρά, όμως, η άποψη της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ολλανδίας και των λοιπών κρατών-μελών της επιρροής τους που αναφέρεται στην άσκηση πολιτικών «οικονομικού εθνικισμού» και μη αμοιβαιοποίησης των νέων πόρων χρηματοδότησης της ανάκαμψης, είναι προφανές ότι επιδιώκει τη μελλοντική διατήρηση της πιστοληπτικής ικανότητάς τους και της διαφορετικής ταχύτητας των οικονομιών τους, ωθώντας τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου στις λανθασμένες επιλογές (δανεισμός και Μνημόνια) της κρίσης χρέους του 2010, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, για την περαιτέρω υπερχρέωση και την ανάδειξη νέας κρίσης χρέους, την παραγωγική εξάρτηση και τη διεύρυνση του κοινωνικού ελλείμματος των κρατών-μελών του Νότου.

Με άλλα λόγια, η επιστροφή στις λανθασμένες επιλογές του δανεισμού και των μνημονιακών πολιτικών λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κρίσης της πανδημίας και των ασκούμενων εθνικών πολιτικών, θα δημιουργήσει περαιτέρω αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών, σοβαρές ανισορροπίες στους όρους ανταγωνισμού και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της Ε.Ε.-27, σε βαθμό που θα επηρεάσουν ακόμη και τις συνθήκες σταθερότητας του ενιαίου νομίσματος.

Από την άποψη αυτή, αξίζει να σημειωθεί ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίσης της πανδημίας αναφέρονται:

α) στην έκτασή της, σε 185 χώρες 3,5 δισ. άτομα, δηλαδή το 50% περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού είναι μέσα σε διάστημα δύο μηνών εκτός αγοράς εργασίας και αποκλεισμένοι στην κατοικία τους,

β) στον χαρακτήρα της, με την έννοια ότι δεν είναι χρηματοπιστωτική κρίση και κρίση χρέους αλλά είναι μία κρίση ιογενής και εξωγενής, που διεισδύει και επιταχύνει όλες τις κοινωνικο-οικονομικές ανισορροπίες (παραγωγή, απασχόληση, έσοδα, δαπάνες) των κρατών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών και

γ) στον δυναμισμό της, με την έννοια διακοπής της λειτουργίας τουλάχιστον 25%-30% των επιχειρήσεων σε διεθνές επίπεδο, μείωσης κατά 30% του διεθνούς εμπορίου, επίπεδο παγκόσμιας ύφεσης -3% κατά το 2020 και απώλειας κατά τις πρόσφατες (9/4/2020) εκτιμήσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (Δ.Γ.Ε.) 1,25 δισ. θέσεων εργασίας.

Στην προοπτική αυτή της διεθνούς οικονομίας, η ευρωπαϊκή οικονομία θα αντιμετωπίσει με τον πιο δυσάρεστο και ανησυχητικό τρόπο για το μέλλον της, τις συνέπειες της στρατηγικής επιλογής του «οικονομικού εθνικισμού» μέσω ενός σχεδίου ύφεσης (recession plan), αντί της στρατηγικής επιλογής ενός σχεδίου ανάκαμψης (recovery plan).

Έτσι, στις συνθήκες αυτής της σοβαρής διάστασης απόψεων, μεταξύ Βορρά-Νότου, στη Σύνοδο Κορυφής (23/4/2020) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε την ανάθεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της παρουσίασης στην επόμενη (6/5/2020) Σύνοδο Κορυφής, της σύστασης και των όρων λειτουργίας του «Ταμείου Ανάκαμψης».

Παράλληλα, μετά το τέλος της τηλεδιάσκεψης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Γερμανίδα καγκελάριος Α. Μerkel δήλωσε ότι «η Γερμανία είναι διατεθειμένη να αυξήσει τη συνεισφορά της στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το σχέδιο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά την κρίση του κορωνοϊού, υποστηρίζοντας ότι μία κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στην πρόκληση του κορωνοϊού είναι και προς το γερμανικό συμφέρον».

Επομένως, στις συνθήκες αυτές των διαφωνιών, των διαβουλεύσεων και των δηλώσεων, το κεντρικό ζήτημα συμπυκνώνεται στις αποφάσεις των ηγετών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Σύνοδο Κορυφής της 6/5/2020. Κι αυτό γιατί εάν οι σχετικές αποφάσεις περιορισθούν, κατά βάση, στον άξονα του συμβιβασμού «λίγα και αργά» αλλά όχι διαφορετικά, με την έννοια της δημιουργίας του «Ταμείου Ανάκαμψης», της σύνδεσής του με τον αυξημένο στα δύο τρισ. ευρώ κοινοτικό προϋπολογισμό και της ισορροπίας ανάμεσα στις επιχορηγήσεις και των δανείων (δαπάνες που θα χρηματοδοτούν μεταρρυθμίσεις που θα πραγματοποιηθούν σε βάθος χρόνου), τότε αναδεικνύεται σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο η καθυστέρηση των συνθηκών ανάκαμψης στις υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται, είτε με την εφαρμογή Μνημονίου είτε με την άσκηση εθνικών πολιτικών λιτότητας, για την παραγωγή, την απασχόληση, τα εισοδήματα, την ανεργία, τα έσοδα, τις δαπάνες, κ.λπ.

Επιπλέον, σε μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο αναδεικνύεται με τον πιο εύληπτο τρόπο, η σταδιακή εμπέδωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση της στρατηγικής της «Ευρώπης των δύο ταχυτήτων» και η ουσιαστική οπισθοδρόμησή της σε μία Ενιαία Εσωτερική Αγορά.

* Ο κ. Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομ. Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και ο κ. Βασίλειος Γ. Μπέτσης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου.

X