Οι Ευρωπαίοι απέναντι στη νέα δημοσιονομική πραγματικότητα μετά την πανδημία

O Ρομάνο Πρόντι, χαρακτήρισε το Σύμφωνο ως «χαζό» (και συνεχίζει να το χαρακτηρίζει έτσι). [European Parliament Multimeda Centre]

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκινά διαδικασίες αναθεώρησης των κανονισμών της για τους εθνικούς προϋπολογισμούς την Τρίτη (19 Οκτωβρίου) προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν στην νέα μετα-πανδημική πραγματικότητα.

Μέχρι τα τέλη του 2022 -έως ότου θα διαρκέσουν και οι σχετικές διαπραγματεύσεις- θα συνεχιστούν οι διαδικασίες αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο έχει γίνει πλέον τόσο περίπλοκο που λίγοι άνθρωποι κατανοούν πλήρως.

Ο κύριος στόχος του Συμφώνου είναι να προστατεύσει την αξία του ευρώ, περιορίζοντας τον κρατικό δανεισμό- με δεδομένο ότι ενώ η ευρωζώνη ακολουθεί μια ενιαία νομισματική πολιτική, κάθε μία από τις 19 χώρες του ευρώ έχει τη δική της δημοσιονομική πολιτική.

Αυτό ήταν και η αιτία για πολλές προστριβές όλα αυτά τα χρόνια. Το 2002, ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ρομάνο Πρόντι, χαρακτήρισε το Σύμφωνο ως «χαζό» (και συνεχίζει να το χαρακτηρίζει έτσι).

Οι κίνδυνοι από την εφαρμογή εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών με ενιαίο νόμισμα ήρθαν στο προσκήνιο το 2010, όταν ο υπερβολικός δανεισμός από την Ελλάδα πυροδότησε την κρίση χρέους.

Το Σύμφωνο έχει αναθεωρηθεί ήδη τρεις φορές από τότε – το 2005 όταν η Γαλλία και η Γερμανία δεν αποδέχτηκαν την εφαρμογή των κανονισμών, το 2011 και το 2013 κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους.

Οι αλλαγές που θα συζητηθούν τώρα είναι επίσης μια αντίδραση σε μια κρίση που αυτή τη φορά προκλήθηκε από την πανδημία του COVID-19, αυξάνοντας το μέσο χρέος στην ευρωζώνη.

Οι ισχύοντες κανονισμοί δεν μπορούν να υποστηριχθούν από χώρες με χρέη 160% του ΑΕΠ, όπως η Ιταλία ή πάνω από 200% όπως η Ελλάδα.

«Ο στόχος να παραμένει το χρέος κάτω από το 60% του ΑΕΠ είχε νόημα όταν γινόταν η διαπραγμάτευση για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, όμως δεν έχει κανένα νόημα σήμερα» – όπως δήλωσε ο Κλάους Ρέγκλινγκ, ο οποίος και θεωρείται ο αρχιτέκτονας των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ που διέπουν τις δαπάνες των κυβερνήσεων των κρατών μελών.

«Τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλότερα σήμερα σε σύγκριση με τριάντα χρόνια πριν, οπότε τα επίπεδα χρέους μπορούν να είναι αντίστοιχα υψηλότερα χωρίς να επιβαρύνουν επιπλέον τους προϋπολογισμούς», δήλωσε ο Ρέγκλινγκ.

Από την άλλη, ενώ πολλοί υπουργοί Οικονομικών πιστεύουν ότι οι απαιτήσεις μείωσης του χρέους είναι πολύ αυστηρές για την νέα πραγματικότητα, δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία σχετικά με το αν μπορούν να αξιοποιηθούν οι κανονισμοί που είναι ήδη σε ισχύ, είτε αν πρέπει να γίνει αλλαγή στα νομικά κείμενα.

Επενδύσεις για το κλίμα

Μια ακόμη μεγάλη πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι οι κανονισμοί δεν περιορίζουν τις κυβερνήσεις σε μια εποχή που η Ε.Ε. των 27 κρατών απαιτείται να αξιοποιήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ για να μηδενίσει τις καθαρές εκπομπές CO2 έως το 2050.

Σύμφωνα με ανάλυση της δεξαμενής σκέψης για θέματα παγκόσμιας οικονομίας Bruegel, οι πρόσθετες δημόσιες επενδύσεις για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για το κλίμα θα πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 0,5% και 1,0% του ΑΕΠ ετησίως. Η Bruegel πρότεινε την εξαίρεση των επενδύσεων για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Ενώ η ιδέα έχει την υποστήριξη της Ισπανίας, της Γαλλίας και άλλων, οι αξιωματούχοι επισημαίνουν επίσης τη δυσκολία στον καθορισμό του τι είναι και τι δεν είναι «πράσινη» επένδυση. Ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις δήλωσε ότι η ιδέα αυτή θα είναι σίγουρα μέρος της επερχόμενης συζήτησης.

Παρόλα αυτά, ορισμένοι αξιωματούχοι πιστεύουν επίσης ότι το Σύμφωνο είναι ήδη αρκετά ευέλικτο και οποιαδήποτε περαιτέρω χαλάρωση μπορεί να επιφέρει προβλήματα.

«Το αίτημα για χαλάρωση ή μεταρρύθμιση υπήρχε πάντα – και ήταν πάντα λάθος. Θα ήταν λάθος να χαλαρώσουμε τους κανονισμούς», δήλωσε στο Reuters ο πρώην Γερμανός υπουργός Οικονομικών Τέο Βάιγκελ, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως ο «πατέρας» του ευρώ λόγω του ρόλου του στη θέσπιση των σχετικών κανονισμών τη δεκαετία του 1990.

«Ορισμένες χώρες ήθελαν να αποκλείσουν από το Σύμφωνο τις επενδύσεις, άλλες να περιορίσουν το κόστος της πανδημίας, ενώ άλλες τις στρατιωτικές δαπάνες. Από πάντα υπήρχε κάτι που οι κυβερνήσεις ήθελαν να αποκλείσουν. Αλλά ήταν πάντα το σωστό να αντισταθούμε», πρόσθεσε.