Δύο δεκαετίες μετά, το ευρώ παραμένει ο «ρυθμιστής» των τιμών

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι η πραγματική αύξηση τιμών που συνδέεται με την εισαγωγή του ευρώ ήταν μεταξύ 0,1 και 0,3%. [EPA-EFE/BIEL ALINO]

Οι Ευρωπαίοι ζουν με χαρτονομίσματα και κέρματα του ευρώ εδώ και 20 χρόνια, αλλά πολλοί εξακολουθούν να κατηγορούν το ενιαίο νόμισμα ότι «ανεβάζει» κρυφά τις τιμές για τους καταναλωτές, παρά τις πολλές αποδείξεις περί του αντιθέτου.

«Το ευρώ είναι μια καταστροφή, είναι καταστροφικό», λέει η Maria Napolitano, μια 65χρονη Ιταλίδα που ζει στη Φρανκφούρτη.

«Με 100 γερμανικά μάρκα θα μπορούσατε να γεμίσετε το καροτσάκι με τα ψώνια σας. Τώρα, τα 100 ευρώ δεν αρκούν για να γεμίσεις δύο σακούλες».

Ένα γερμανικό μάρκο είναι περίπου 50 λεπτά του ευρώ.

Είναι μια εντύπωση που μοιράζονται πολλοί σε όλη την ευρωζώνη, από το Παρίσι μέχρι τη Ρώμη, από τη Μαδρίτη μέχρι την Αθήνα.

Ο Victor Irun, ένας 53χρονος δάσκαλος στη Μαδρίτη, δήλωσε ότι για τους Ισπανούς η μετάβαση στο ευρώ ήταν «σαν να μπαίνεις σε ένα κλαμπ για πλούσιους και δεν φοράς τα σωστά ρούχα.

«Υπήρχε η εντύπωση ότι δεν ήμασταν ακόμη έτοιμοι», είπε ο ίδιος στο AFP. «Ήταν σαν να ζούσαμε στην Ισπανία, αλλά να πληρώναμε με γαλλικά ή ολλανδικά χρήματα».

Ορισμένοι Γερμανοί επινόησαν ακόμη και ένα νέο παρατσούκλι για το ενιαίο νόμισμα – «teuro», ένα λογοπαίγνιο με τη γερμανική λέξη «teuer» που σημαίνει «ακριβό».

Αντίληψη και δεδομένα

Σε μια μελέτη του 2006, ο καθηγητής πανεπιστημίου Hans Wolfgang Brachinger συνέταξε έναν δείκτη του «αντιληπτού» πληθωρισμού μεταξύ των Γερμανών, ο οποίος μέτρησε μια «αισθητή» αύξηση των τιμών καταναλωτή κατά 7% μεταξύ 2001 και 2002, σε σύγκριση με περίπου 2% κανονικά.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι επίσημες στατιστικές δεν έδειξαν καμία αύξηση του πληθωρισμού στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, τη Γερμανία.

«Υπήρχε μια πολύ έντονη αίσθηση σε αρκετές χώρες ότι οι τιμές είχαν αυξηθεί, και όμως είχαμε επίσημες στατιστικές που μας έλεγαν το αντίθετο», δήλωσε ο Giovanni Mastrobuoni, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο.

Σε μια λεπτομερή μελέτη για το θέμα, ο ίδιος παρακολούθησε τις τιμές διαφόρων καθημερινών αγαθών στην ευρωζώνη – από φρούτα, λαχανικά και ψωμί μέχρι ποτά και γεύματα σε εστιατόρια – και διαπίστωσε ότι οι τιμές ορισμένων φθηνών προϊόντων όντως αυξήθηκαν ως αποτέλεσμα της μετάβασης στο ευρώ.

Και καθώς οι έμποροι λιανικής έτειναν να στρογγυλοποιούν προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω κατά τη μετατροπή της τιμής στο ενιαίο νόμισμα, ήταν φυσικό που οι άνθρωποι το παρατήρησαν αυτό – και αισθάνθηκαν εξαπατημένοι.

«Τα πράγματα που καταναλώνετε πολύ συχνά, τα τρόφιμα, ο καφές, είναι πράγματα που δεν κοστίζουν τόσο πολύ. Με την πάροδο του χρόνου, θα διαμόρφωναν έτσι κι αλλιώς τις αντιλήψεις σας, επειδή αυτές είναι οι πιο συχνές συναλλαγές», δήλωσε ο Mastrobuoni.

Στη Γαλλία, η μέση τιμή ενός απλού καφέ σε ένα μπαρ αυξήθηκε από 1,19 ευρώ σε 1,22 ευρώ μεταξύ του τέλους του 2001 και των αρχών του 2002, σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία Insee.

Ανεπηρέαστος ο γενικός πληθωρισμός

Σύμφωνα με τον Mastrobuoni, το φαινόμενο είναι ακόμη πιο έντονο στις χώρες όπου οι τομείς διανομής είναι λιγότερο συγκεντρωμένοι, καθώς εκεί οι μικροί λιανοπωλητές έχουν μεγαλύτερη ελευθερία να αυξάνουν τις τιμές τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι η πραγματική αύξηση που συνδέεται με την εισαγωγή του ευρώ ήταν μεταξύ 0,1 και 0,3%.

Ωστόσο, ο γενικός πληθωρισμός παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστος, διότι οι τιμές των προϊόντων υψηλότερης ποιότητας δεν αυξήθηκαν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μειώθηκαν ακόμη και χάρη στη βελτίωση της παραγωγικότητας.

Και για τις 12 χώρες που υιοθέτησαν το ευρώ από την αρχή, ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού ήταν 2,3% τόσο το 2001 όσο και το 2002, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της ΕΕ Eurostat.

Ωστόσο, η εικόνα διέφερε από χώρα σε χώρα.

Στην Ισπανία, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,8% το 2001 και στο 3,6% το 2002, ενώ οι πιο πολλές από τις υπόλοιπες χώρες κατέγραψαν σταθερό πληθωρισμό ή, στην περίπτωση του Βελγίου, της Γερμανίας, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών, βραδύτερο πληθωρισμό.

Ο Pierre Jaillet, ερευνητής τόσο στο Ινστιτούτο «Jacques Delors» όσο και στο Ινστιτούτο «Iris» στη Γαλλία, δήλωσε ότι το προφίλ των καταναλωτών έπαιξε σημαντικό ρόλο στο κατά πόσον αισθάνθηκαν ασυμφωνία μεταξύ της πραγματικής και της αντιλαμβανόμενης εξέλιξης των τιμών.

«Το μέσο καλάθι πληθωρισμού τιμών καταναλωτή αντιστοιχεί στο μέσο προϋπολογισμό ενός μέσου αστικού υπαλλήλου», δήλωσε ο Jaillet.

Υποστήριξε επίσης ότι οι άνθρωποι που είναι λιγότερο εύποροι τείνουν να δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για τρόφιμα, οπότε θα πιεστούν περισσότερο, ενώ παρατήρησε ότι οι καταναλωτές γενικά θυμούνται τις αυξήσεις των τιμών, αλλά όχι τις μειώσεις των τιμών.