Πιτσιόρλας σε EURACTIV: πρέπει να γίνουν αλλαγές για να να μείνει ανταγωνιστική η ελληνική βιομηχανία

PITSIORLAS_brussels_roundtable_1_022019

Πρέπει να γίνουν αλλαγές αν θέλουμε να στηρίξουμε την ελληνική βιομηχανία, προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστική στα πλαίσια της στρατηγικής για την απεξάρτηση από τον άνθρακα, μας είπε κατά την επίσκεψή του στην EURACTIV ο Στέργιος Πιτσιόρλας.

Ο αρμόδιος για τη Βιομηχανία αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης Σ. Πιτσιόρλας μίλησε στην EURACTIV Ελλάδος για το πώς η κυβέρνηση ενισχύει την εγχώρια βιομηχανία και τις επιχειρήσεις, τί πρέπει να αλλάξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας υπό το πρίσμα της τρέχουσας αξιολόγησης και της επόμενης συνεδρίασης του Eurogroup.

Στο σημείο αυτό, της προσαρμογής στα συμφωνηθέντα, ο κ. Πιτσιόρλας βάζει και μια άλλη διάσταση, εξαιρετικά επίκαιρη λόγω ευρωεκλογών αφενός και λόγω της συζήτησης για τα (υπερβολικά) πλεονάσματα. Θέτει ουσιαστικό ζήτημα αποξένωσης των ευρωπαϊκών λαών από τις ηγεσίες λόγω της οικονομικής πολιτικής που μπορεί να αφήνει πίσω αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη.

Το πρώτο μέρος της συνένετυξης έχει αναλυτικά ως εξής:

Η κυβέρνηση ξεκίνησε τη θητεία της με ξεχωριστό χαρτοφυλάκιο για τη βιομηχανία, στη συνέχεια το κατήργησε και το επανέφερε με εσάς ως υπουργό. Είστε αισιόδοξος; Ποιά είναι η προσφορά του ΣΥΡΙΖΑ στη βιομηχανία έως τώρα;

Αν δούμε την πορεία της ελληνικής βιομηχανίας τα τελευταία χρόνια, θα διαπιστώσουμε ότι είναι μια πορεία θετική. Η αποβιομηχάνιση στην Ελλάδα είχε οολοκληρωθεί πριν από το 2010, πριν καν μπούμε στην κρίση – δεν υπήρξε προϊόν της κρίσης, είναι μια προηγούμενη κατάσταση.

Στα χρόνια της κρίσης, έχουμε το παράδοξο φαινομενικά φαινόμενο, να έχουμε και πάλι ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής, να έχουμε αύξηση της απασχόλησης στη βιομηχανία, να έχουμε επενδύσεις και αύξηση των εξαγωγών των προϊόντων μεταποίησης -και μάλιστα σε επίπεδα πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα.

Αυτά δείχνουν ότι είμαστε σε μια πορεία θετική. Προφανώς δε μπορώ να ισχυριστώ όλα αυτά έγιναν χάρη στη κυβέρνηση και μόνο. Σε κάτι συνέβαλε και η κυβέρνηση, αλλά κυρίως έγιναν επειδή σταδιακά βελτιώνεται η εικόνα της χώρας διεθνώς και κυρίως επειδή ένα κομμάτι της ελληνικής επιχειρηματικότητας αντιμετώπισε την κρίση με τρόπο δημιουργικό.

Η κρίση ξύπνησε μέσα μας τη δημιουργικότητα, οδήγησε ένα μέρος της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας στην εξωστρέφεια και στην αύξηση των επενδύσεων για την έρευνα και την καινοτομία. Όλα αυτά είναι τα θετικά αποτελέσματα.

Πρέπει να σας πω, δε, ότι το 2018 ήταν η πρώτη χρονιά στην ιστορία της χώρας όπου οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα για έρευνα ξεπέρασαν τις επενδύσεις του δημόσιου τομέα. Και πρέπει επίσης να σας πω ότι τα τελευταία χρόνια, επί των ημερών αυτής της κυβέρνησης, οι δαπάνες για την έρευνα αυξηθήκαν πάρα πολύ -ήταν διαχρονικά κάτω από το 1% και τώρα το έχουμε σχεδόν τριπλασιάσει. Όλα αυτά, λοιπόν συνθέτουν μια εικόνα αισιόδοξη, που όμως συναντιέται και με μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Το 2019 θα είναι μια κρίσιμη χρονιά. Θα ανακοινωθεί η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για τη βιομηχανία, η οποία έχει διάφορες πλευρές. Μια από αυτές τις είναι η στρατηγική απεξάρτησης από τον άνθρακα, η μείωση των ρύπων. Αυτό σημαίνει ότι στη προοπτική του 2050 και στα πλαίσια της Συμφωνίας των Παρισίων, η ΕΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να φτάσει σε μια οικονομία περιβαλλοντικά και κλιματικά ουδέτερη, που να μην επηρεάζει αρνητικά το περιβάλλον. Αυτό είναι μιας τεράστιας εμβέλειας στρατηγική, προϋποθέτει πολύ μεγάλες αλλαγές σε όλους τους τομείς και ιδιαίτερα στη βιομηχανία.

Άρα λοιπόν, η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα κινηθεί σε μια κατεύθυνση πρωτοποριακή στον κόσμο και η ελληνική βιομηχανία πρέπει αυτά να τα παρακολουθήσει. Θεωρώ ότι είμαστε σε θέση να τα παρακολουθήσουμε όλα αυτά, όμως θα πρέπει να είμαστε ενεργά παρόντες σε όλες τις διεργασίες και βεβαίως να έχουμε σαφή άποψη για τα πράγματα.

Εγώ το κεντρικό ζήτημα που έθεσα στο Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας πριν 10 μέρες είναι η ιδέα ότι προκειμένου να υλοποιηθεί αυτή η στρατηγική, θα πρέπει να υπάρξουν αλλαγές σε πολλούς τομείς των ευρωπαϊκών πολιτικών, όπως για παράδειγμα στην πολιτική ανταγωνισμού, στην πολιτικη των κρατικών ενισχύσεων, στα κριτήρια με βάση τα οποία διαμορφώνεται ο χάρτης των κρατικών ενισχύσεων.

Νομίζω ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές αν θέλουμε να στηρίξουμε τη βιομηχανία μας, προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστική – βεβαίως πάντα στη λογική του μετασχηματισμού της-  στα πλαίσια της στρατηγικής για την απεξάρτηση από τον άνθρακα.

Άρα, είστε αισιόξος για το μέλλον της βιομηχανικής παραγωγής;

Είμαι αισιόδοξος υπό την προϋπόθεση ότι αυτά ππου λέμε τώρα, θα μεταφραστούν σε συγκεκριμένες πολιτικές σε όλους τους τομείς. Θεωρώ ότι μπορούμε να το κάνουμε, θεωρώ ότι η Ελλάδα έχει και το ανθρώπινο δυναμικό και την επιχειρηματική κοινότητα που μπορεί να τα αντιληφθεί όλα αυτά.

Και όσο τουλάχιστον παραμένει αυτή η κυβένρηση, έχει τη βούληση να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Έχει την βούληση να ενισχύσει την έρευνα και την καινοτομία, που είναι στη βάση όλων αυτών, και να υποστηρίξει σθεναρά τη περιβαλλοντική πολιτική και τη Συμφωνία των Παρισίων.

Πιστεύετε ότι θα προλάβουμε να ολοκληρώσουμε τις μεταρρυθμίσεις πριν από το Eurogroup στις 11 Μαρτίου?

Νομίζω ότι θα προλάβουμε. Θεωρώ ότι υπάρχει μια «δικαιολογημένη» ανησυχία, διότι είμαστε στα πρώτα βήματα μετά την έξοδο από το μνημόνιο. Ωστόσο, η πορεία της οικονομίας έχει αισιόδοξα στοιχεία.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποκλιμάκωση της απόδοσης των ομολόγων, το οποίο δείχνει κάτι [το σημαντικό], αλλά επίσης όλα τα μακροοικονομικά στοιχεία βελτιώνονται. Επομένως, αυτό θα πρέπει να εκτιμηθεί, και θεωρώ ότι η πορεία των μεταρρυθμίσεων συνεχίζεται. Και όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά πιστεύω και ότι όλα τα εκκρεμή ζητήματα θα κλείσουν. Δεν πιστεύω ότι είμαστε σε τέτοια κατάσταση που να μη μπορούμε να αναπληρώοσυμε όλα αυτά τα θέματα. Υπάρχει και ένα στοιχείο διαπραγμάτευσης- όπως κάθε φορά-, όμως η εμπειρία μας δείχνει ότι τελικώς τα προβλήματα λύνονται, ξεπερνιούνται, και η πορεία μας πάει από το θετικό στο θετικότερο σημείο.

Πως κρίνετε τις αποκλίνουσες απόψεις κυβέρνησης και θεσμών για τα κόκκινα δάνεια και την προστασία της πρώτης κατοικίας. Θα πρέπει να να προστατεύονται μόνο αυτοί που έχουν ανάγκη ή και οι επιχειρηματίες και τα φυσικά πρόσωπα με περιουσιακά στοιχεία;

Εμείς θεωρούμε ότι στα χρόνια της κρίσης, στα χρόνια των μνημονίων, ο λαός υπέστη τεράστιες απώλειες και επομένως δε μπορούμε να αδιαφορήσουμε για αυτό. Επίσης, έχουμε πλήρη συνείδηση ότι πολύ μεγάλο μέρος των Ελλήνων πολιτών είναι καταχρεωμένο σε διάφορες μεριές.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα της κρίσης, διότι χάθηκε ένα πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματος. Άρα λοιπόν για όλο αυτον τον κόσμο δε μπορούμε να αδιαφορήσουμε.

Και νομίζω ότι αυτή την πλευρά θα πρέπει να τη δει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι θεσμοί συνολικότερα, διότι είναι και ένα ευρωπαϊκό ζήτημα αυτό. Δηλαδή, η φροντίδα για τους αδύναμους, η φροντίδα για αυτούς που έχουν υποστεί εκτεταμένες ζημιές, συνιστά ένα στοιχείο που ενδιαφέρει όλη την Ευρώπη.

Διότι αν αδιαφορήσει η Ευρώπη για αυτά, τότε οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές. Και ήδη ζούμε σε ένα κλίμα αμφισβήτισης των ευρωπαϊκών θεσμών και της ευρωπαϊκής προοπτικής, στη βάση της οποίας αμφισβήτισης υπάρχουν παρόμοια προβλήματα.

Αν οι ευρωπαϊκοί λαοί νιώσουν ότι αυτοί που τον κυβερνούν δεν ενδιαφέρονται για την μοίρα τους. τότε δεν έχει μέλλον η Ευρώπη. Απεναντίας, θα πρέπει να νιώσουν την ασφάλεια ότι είναι σε ένα οικοδόμημα όπου τα κοινωνικά κριτήρια έχουν μεγάλη αξία.

(Αύριο θα δημοσιευθεί το δεύτερο και εξαιρετικά επίσης ενδιαφέρον δεύτερο μέρος της συνέντευξης με πιο ειδικά θέματα)

(το κείμενο επιμελήθηκε ο Θοδωρής Καραουλάνης)

X