Επίτροπος Σμιτ: «Δεν μπορείς να βγάλεις λεφτά από τις κοινωνικές υπηρεσίες»

«Κατ' αρχήν, η κοινωνική οικονομία δεν είναι μια επιχείρηση προσανατολισμένη στο κέρδος, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να έχει κέρδη. Αλλά τα κέρδη επανεπενδύονται και δεν δίνονται στους μετόχους», εξήγησε. [EPA-EFE/ Julien Warnand]

Η κοινωνική οικονομία δεν πρέπει να θεωρείται εναλλακτική λύση στις δημόσιες υπηρεσίες, σύμφωνα με τον Ευρωπαίο Επίτροπο για την απασχόληση και τα κοινωνικά δικαιώματα. Παρ’ όλα αυτά, ο Νικολά Σμιτ υποστήριξε ότι υπάρχει ανάγκη για έναν «τρίτο δρόμο» μεταξύ της ιδιωτικής, κερδοσκοπικής οικονομίας και των δημόσιων υπηρεσιών που μπορούν να εξυπηρετηθούν από την κοινωνική οικονομία.

«Δεν είμαι πεπεισμένος ότι η κλασική κεφαλαιουχική εταιρεία παρέχει τις σωστές υπηρεσίες για πολλές κοινωνικές δραστηριότητες», δήλωσε ο Σμιτ σε συνέντευξη που παραχώρησε στη EURACTIV.

Ως κανονική εταιρεία, είπε, θα έπρεπε πάντα να σκέφτεται κανείς πώς να βγάλει πολλά χρήματα για τους μετόχους, κάτι που είναι ασυμβίβαστο με ορισμένες κοινωνικές υπηρεσίες. Ο Σμιτ έφερε το παράδειγμα της γαλλικής εταιρείας διαχείρισης γηροκομείων Orpea.

Ένα βιβλίο με τίτλο «Les Fossoyeurs» (οι νεκροθάφτες) του δημοσιογράφου Βικτόρ Καστανέ αποκάλυψε πρόσφατα πώς οι συνταξιούχοι υπέστησαν κακομεταχείριση, λιμοκτονούσαν και έμεναν ξαπλωμένοι στα περιττώματά τους στα γηροκομεία που διαχειρίζεται η Orpea.

Ένας «τρίτος δρόμος» για τις κοινωνικές επιχειρήσεις

Μια κυβερνητική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εταιρεία είχε «δώσει προτεραιότητα στις οικονομικές επιδόσεις» αντί για την ευημερία των κατοίκων.

«Δεν μπορείς να βγάλεις χρήματα από αυτού του είδους τις κοινωνικές υπηρεσίες», δήλωσε ο Σμιτ, υποστηρίζοντας ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν πρέπει να αντικαθιστούν τις δημόσιες υπηρεσίες.

Παρ’ όλα αυτά, τόνισε, υπάρχει χώρος για ιδιωτικές πρωτοβουλίες: «Νομίζω ότι υπάρχει αυτό το είδος του ‘τρίτου δρόμου’ για τις κοινωνικές επιχειρήσεις», είπε.

Σύμφωνα με τον Σμιτ, το πλεονέκτημα της κοινωνικής οικονομίας είναι ότι δεν περιορίζεται από την ανάγκη δημιουργίας μέγιστης αξίας για τους μετόχους, η οποία επικρατεί σε μεγάλο μέρος της ιδιωτικής οικονομίας, ούτε από τις περιοριστικές γραφειοκρατικές απαιτήσεις που ως γνωστόν ταλαιπωρούν τον δημόσιο τομέα.

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της κοινωνικής οικονομίας, ο Σμιτ υποστήριξε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια χρήματα, καθώς και να επανεπενδύονται τα κέρδη της.

«Κατ’ αρχήν, η κοινωνική οικονομία δεν είναι μια επιχείρηση προσανατολισμένη στο κέρδος, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να έχει κέρδη. Αλλά τα κέρδη επανεπενδύονται και δεν δίνονται στους μετόχους», εξήγησε.

Μπορεί να υπάρχει ακόμη και θέση για τους επενδυτές επιχειρηματικών κεφαλαίων στον τομέα, δήλωσε ο Σμιτ, αρκεί να μην ζητούν αποδόσεις της τάξης του 10% ή 15%.

Αφήνοντας πίσω τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό;

Η λογική παραδοχή της κοινωνικής οικονομίας ως έννοια είναι ότι η υπόλοιπη οικονομία δεν είναι πολύ καλή στην επίτευξη κοινωνικών αποτελεσμάτων. Ωστόσο, ο Επίτροπος για την απασχόληση και τα κοινωνικά δικαιώματα εξέφρασε την ελπίδα ότι η υπόλοιπη οικονομία θα μπορούσε να εμπνευστεί από την κοινωνική οικονομία.

«Νομίζω ότι βρισκόμαστε τώρα σε μια διαδικασία όπου τελικά η πραγματική ιδέα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει χάσει κάποια ελκυστικότητα», δήλωσε ο Σμιτ στη EURACTIV, αναφερόμενος στον νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν, ο οποίος υποστήριξε περίφημα ότι «η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων είναι να αυξάνουν τα κέρδη τους».

Αν και ο Σμιτ υποστήριξε ότι η ιδέα αυτή ανήκει στο παρελθόν, τόνισε ότι η υπόλοιπη οικονομία δεν θα γίνει απαραίτητα πιο κοινωνική. Ένα μέρος της σύγχρονης οικονομίας έχει γίνει πολύ επισφαλές για τους εργαζόμενους, ιδίως η οικονομία των πλατφορμών.

«Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να έχουν κοινωνικά δικαιώματα και συλλογικές διαπραγματεύσεις», είπε, ενθαρρύνοντας τα συνδικάτα να προσεγγίσουν αυτή τη νέα τάξη περιθωριοποιημένων εργαζομένων.

«Δεν μπορούμε να έχουμε μια κοινωνική οικονομία της αγοράς, δεν μπορούμε να έχουμε μια ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των εργαζομένων και των συμφερόντων του κεφαλαίου, αν η μία πλευρά δεν εκπροσωπείται πραγματικά. Αν η μία πλευρά δεν είναι πραγματικά οργανωμένη, αυτό θα σήμαινε ότι επιστρέφουμε σε ένα σύστημα του 19ου αιώνα», προειδοποίησε ο Σμιτ.

«Αυτή είναι μια μεγάλη ευθύνη και στους ώμους των συνδικάτων, ώστε να μπορέσουν να είναι ελκυστικά και πειστικά για αυτόν τον νέο τύπο εργαζομένων», είπε.