Δικαστική απόφαση ακυρώνει το πρόστιμα 13 δισ. ευρώ της ΕΕ στην Apple – Δήλωση Μαργκρέιτε Βέστεϊγιερ

Η Apple καλείται να επιστρέψει στην Ιρλανδία φόρους ύψους 13 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με την έρευνα της Κομισιόν, η φορολογική συμφωνία της εταιρείας οδήγησε σε μείωση του εταιρικού φόρου επί των κερδών της από το 1% το 2003 στο 0,005% το 2014.

Το δεύτερο κορυφαίο δικαστήριο της Ευρώπης απέρριψε σήμερα την εντολή της ΕΕ στην Apple να πληρώσει 13 δισ. ευρώ για μη καταβληθέντες φόρους στην Ιρλανδία, κάτι που αποτελεί πλήγμα στις προσπάθειες της ΕΕ να λάβει μέτρα κατά των γενναιόδωρων φορολογικών συμφωνιών.

Στην εντολή της πριν από τέσσερα χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε ότι η Apple ωφελήθηκε από παράνομη κρατική βοήθεια μέσω δύο ιρλανδικών φορολογικών αποφάσεων, με τις οποίες μειωνόταν τεχνητά το φορολογικό βάρος της για περισσότερο από δύο δεκαετίες – έως και σε μόλις 0,005% το 2014. Η Ιρλανδία, η οποία είχε προσβάλει δικαστικά την εντολή αυτή, χαιρέτισε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ.

«Το Γενικό Δικαστήριο ακυρώνει την επίμαχη απόφαση, επειδή η Κομισιόν δεν κατάφερε να δείξει στο αναγκαίο νομικό επίπεδο ότι υπήρξε πλεονέκτημα για τους σκοπούς του άρθρου 107(1) TFEU1», έκριναν οι δικαστές, αναφερόμενοι στους κανόνες για τον ανταγωνισμό. Η ήττα για την Ευρωπαία Επίτροπο για τον Ανταγωνισμό Μαργκρέτε Βεστάγκερ μπορεί να εξασθενήσει ή να καθυστερήσει εκκρεμείς υποθέσεις, όπως αυτές που αφορούν σε συμφωνίες της Ikea και της Nike με την Ολλανδία καθώς και τη συμφωνία της Huhtamaki με το Λουξεμβούργο.

Η Βεστάγκερ, η οποία είχε κάνει την λήψη φορολογικών μέτρων κεντρικό άξονα της πολιτικής της, είδε το ίδιο δικαστήριο να ανατρέπει πέρυσι την απαίτησή της για την καταβολή από τη Starbucks του ποσού των 30 εκατ. ευρώ για μη καταβληθέντες φόρους στην Ολλανδία. Σε μία άλλη περίπτωση, το δικαστήριο ανέτρεψε επίσης την απόφασή της κατά ενός βελγικού φορολογικού πλαισίου για 39 πολυεθνικές εταιρείες.

Αν και τα 14 δισ. ευρώ – μαζί με τους τόκους – θα είχαν καλύψει σε μεγάλο βαθμό την τρύπα που προκάλεσε ο κορονοϊός στα δημόσια οικονομικά της Ιρλανδίας, το Δουβλίνο έκανε ένσταση κατά της εντολής της Κομισιόν μαζί με την Apple, επειδή ήθελε να προστατεύσει το καθεστώς χαμηλής φορολογίας της χώρας.

«Η Ιρλανδία ήταν ανέκαθεν σαφής ότι δεν υπήρξε καμία ειδική μεταχείριση για τις δύο εταιρείες της Apple. Το σωστό ποσό… χρεώθηκε με βάση τους ιρλανδικούς φορολογικούς κανόνες», ανέφερε το υπουργείο Οικονομικών σε ανακοίνωσή του, προσθέτοντας ότι η χώρα έκανε έφεση κατά της απόφασης της ΕΕ «στη βάση ότι η Ιρλανδία δεν χορήγησε καμία κρατική βοήθεια» και η σημερινή απόφαση του δικαστηρίου στηρίζει την άποψη αυτή.

Ωστόσο, η ιρλανδική κυβέρνηση είναι πιθανόν να αντιμετωπίσει ισχυρή κριτική από τα κόμματα της αντιπολίτευσης για το ότι δεν δέχθηκε τα χρήματα, τα οποία θα κάλυπταν τουλάχιστον το μισό του ελλείμματος στον προϋπολογισμό, το οποίο προβλέπεται να εκτιναχθεί στο 10% του ΑΕΠ φέτος. Η ηττημένη πλευρά μπορεί να κάνει έφεση στο Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο είναι το ανώτατο ευρωπαϊκό δικαστήριο.

Δείτε παρακάτω, στην ενότητα, θέσεις, τη σχετική δήλωση της Μαργκρέιτε Βέστεϊγιερ.

Η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος της Κομισιόν Μαργκρέιτε Βέστεϊγιερ δήλωσε, κατόπιν της σημερινής (15 Ιουλίου) απόφασης του Δικαστηρίου επί της υπόθεσης φορολογικών κρατικών ενισχύσεων της Apple στην Ιρλανδία:

«Η σημερινή απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ακυρώνει την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή τον Αύγουστο του 2016, σύμφωνα με την οποία η Ιρλανδία χορήγησε παράνομη κρατική ενίσχυση στην Apple μέσω επιλεκτικών φορολογικών ελαφρύνσεων. Θα μελετήσουμε προσεκτικά την απόφαση του Δικαστηρίου και θα εξετάσουμε πιθανά επόμενα βήματα. Η απόφαση της Επιτροπής αφορούσε δύο φορολογικές αποφάσεις που εξέδωσε η Ιρλανδία σχετικά με την Apple, οι οποίες προσδιόριζαν το φορολογητέο κέρδος των δύο ιρλανδικών θυγατρικών της Apple στην Ιρλανδία μεταξύ των ετών 1991 και 2015. Ως αποτέλεσμα των αποφάσεων, για παράδειγμα, το 2011, η ιρλανδική θυγατρική της Apple κατέγραψε ευρωπαϊκά κέρδη ύψους 22 δισ. δολαρίων ΗΠΑ (περίπου 16 δισ. ευρώ), αλλά βάσει των όρων της φορολογικής απόφασης, μόνο ποσό περίπου 50 εκατ. ευρώ θεωρήθηκε φορολογητέο στην Ιρλανδία. Η Επιτροπή είναι προσηλωμένη στον στόχο όλες οι εταιρείες να καταβάλλουν το μερίδιο φόρων που τους αναλογεί. Η παροχή από τα κράτη μέλη σε ορισμένες πολυεθνικές φορολογικών πλεονεκτημάτων που δεν είναι διαθέσιμα στους ανταγωνιστές τους βλάπτει τον θεμιτό ανταγωνισμό στην ΕΕ. Στερεί επίσης από τα δημόσια ταμεία και από τους πολίτες πόρους που είναι απαραίτητοι για επενδύσεις, οι οποίες είναι ακόμη πιο αναγκαίες σε καιρούς κρίσης. Σε προηγούμενες αποφάσεις σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση της Fiat στο Λουξεμβούργο και της Starbucks στις Κάτω Χώρες, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι, ενώ τα κράτη μέλη έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα για τον καθορισμό της νομοθεσίας τους σχετικά με την άμεση φορολογία, πρέπει να την ασκούν σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προσέγγιση που ακολούθησε η Επιτροπή αξιολογώντας κατά πόσον ένα μέτρο είναι επιλεκτικό και κατά πόσον οι συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του ιδίου ομίλου δημιουργούν πλεονέκτημα βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις σύμφωνα με τη λεγόμενη «προσέγγιση ίσων αποστάσεων». Η Επιτροπή θα συνεχίσει να εξετάζει τα μέτρα επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού στο πλαίσιο των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις για να αξιολογήσει κατά πόσον οδηγούν σε παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Ταυτόχρονα, η επιβολή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να συμβαδίζει με την αλλαγή της φιλοσοφίας των εταιρειών και με κατάλληλη νομοθεσία για την κάλυψη των νομοθετικών κενών και τη διασφάλιση της διαφάνειας. Έχουμε ήδη σημειώσει μεγάλη πρόοδο σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο και πρέπει να συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε για να επιτύχουμε τον στόχο μας».

X