Ανάγκη για άμεσα μέτρα στήριξης του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, λέει ο Σ. Πιτσιόρλας στην EURACTIV

Ο Στέργιος Πιτσιόρλας σε ομιλία του [ΑΠΕ-ΜΠΕ]

Ανοιχτό το ενδεχόμενο έμμεσης στήριξης της βιομηχανίας για τις υψηλές τιμές ενέργειας – και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη της Κομισιόν που «καλλιεργείται» – αφήνει ο Στέργιος Πιτσιόρλας στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης του στην ελληνική EURACTIV.

Ο αρμόδιος για τη Βιομηχανία αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης Σ. Πιτσιόρλας σημειώνει, θέτοντας επιτακτικά το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας, ότι έχει γίνει αντιληπτό και στις Βρυξέλλες ότι η βιομηχανία χρειάζεται στήριξη κατά την μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας και ένα πιο πράσινο παραγωγικό πρότυπο. Ζητά μια νέα ισορροπία μεταξύ του δικαίου του ανταγωνισμού και των αναγκών της βιομηχανίας και σημειώνει μάλιστα ότι η «τάση» για Ευρωπαίους πρωταθλητές στη βιομηχανία και την οικονομία πρέπει να έχει πανευρωπαϊκή διάσταση και να μην αφορά μόνο τις μεγάλες χώρες…

Παράλληλα προαναγγέλλει, χωρίς να ονοματίζει, επερχόμενες στην Ελλάδα βιομηχανικές επενδύσεις σε παραγωγή οπτικών ινών, ηλεκτρικά αυτοκίνητα (!), χημική βιομηχανία και χαλυβουργία.

Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης του Στέργιου Πιτσιόρλα στην Σοφία Ελανίδου για την EURACTIV.gr έχει ως εξής:

Οι μεγάλες αλλά και οι μικρότερες εταιρείες έχουν παράπονα για την τιμή της ενέργειας, γεγονός που οδηγεί σε έλλειψη ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τις άλλες χώρες. Μπορείτε να εκτιμήσετε ή να υποσχεθείτε ότι η τιμή του ρεύματος για βιομηχανική χρήση θα γίνει φτηνότερη;

Εν γένει, η αγορά ενέργειας στην Ελλάδα βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Η κυβέρνηση υλοποιεί ένα σχέδιο απελευθέρωσης της αγοράς. Βρισκόμαστε, επίσης, στη διαδικασία του να λειτουργήσει σύντομα το Χρηματιστήριο Ενέργειας, σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, σε διαδικασία ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Παρόλ’ αυτά οι ενεργοβόρες βιομηχανίες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του υψηλού κόστους κυρίως λόγω της τιμής των ρύπων, που ανεβαίνει πάρα πολύ. Άρα, λοιπόν, υπάρχει ανάγκη για άμεσα μέτρα που θα αντιμετωπίσουν αυτό το ζήτημα.

Θεωρώ ότι με την πολιτική της αντιστάθμισης μπορούν να βρεθούν λύσεις. Το συζητάει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία κατέληξε σε κάποιες αποφάσεις, καθώς μπορεί να βελτιωθεί κι άλλο. Επ’ αυτού είμαστε σε συνεννόηση και το Υπουργείο Οικονομίας, και το Υπουργείο Ενέργειας, και με τη ΔΕΗ, ούτως ώστε να συγκρατηθεί η τιμή του ρεύματος για τη βιομηχανία, παρά το γεγονός ότι ταυτόχρονα η ΔΕΗ αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα.

Μέχρι να απελευθερωθεί το σύστημα αυτό, μέχρι να μην υπάρχει πλέον το υποχρεωτικό pull και να μπορούν να γίνονται ελεύθερα συμβόλαια, είναι ανάγκη να υπάρξουν μέσα έμμεσης στήριξης. Και θεωρώ ότι ενώ μέχρι τώρα αυτή η ιδέα των μέτρων έμμεσης στήριξης της βιομηχανίας ήταν κάτι που δεν το «άκουγε» η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά τώρα είμαστε πλέον σε μια φάση που αυτό ακούγεται πλέον και μπορούμε να έχουμε θετικά αποτελέσματα.

Υπάρχει πολιτική δέσμευση για την ευρύτερη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την απολιγνιτοποίηση με τη Συμφωνία του Παρισιού κτλ. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της τιμής του ρεύματος;

Προφανώς. Έχουμε βάλει στόχο έως το 2030 το 30% της ενέργειας να παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – νομίζω ότι θα τον φτάσουμε αυτόν τον στόχο και θα τον ξεπεράσουμε. Αυτή τη στιγμή γίνονται πολύ μεγάλες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Ελλάδα, και αυτό θα μετατραπεί στο να είναι η ηλεκτρική το 50% της χρησιμοποιούμενης ενέργειας. Άρα η προοπτική είναι θετική.

Βεβαίως, όσο αναπτύσσεται η βιομηχανία θα μεγαλώνουν και οι ανάγκες και έχουμε ορισμένους τομείς όπως το αλουμίνιο, ο χάλυβας, το τσιμέντο, όπου οι απαιτήσεις είναι πάρα πολύ μεγάλες. Ωστόσο, επαναλαμβάνω ότι αντιμετωπίζω το ζήτημα με αισιοδοξία, διότι το βλέπω καθαρά ότι στην ΕΕ έχει γίνει αντιληπτή πλέον η ανάγκη ότι προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, πρέπει να βρούμε τρόπους στήριξης της βιομηχανίας σε αυτή την πορεία μετάβασης της σε ένα νέο μοντέλο.

Ως χώρα έχουμε βάλει στόχο τις καθαρές μεταφορές, προωθούμε θεωρητικά την ηλεκτροκίνηση. Πέρα από τις θεσμικές δράσεις άλλων υπουργείων, το υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο για να αποκτήσει η χώρα προστιθέμενη αξία στην ηλεκτροκίνηση;

Στα θέματα της ηλεκτροκίνησης υπάρχει ένα τεράστιο θέμα που αφορά τις μπαταρίες και μορφές, συνολικά, αποθήκευσης της ενέργειας. Ένα θέμα, επομένως, επενδύσεων, και αυτό είναι κάτι που προωθεί το Υπουργείο Οικονομίας. Υπάρχουν ζητήματα επενδύσεων στον τομέα των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων. Και εδώ όμως έχουμε αισιόδοξα μηνύματα. Και προφανώς υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω έρευνα στην προσπάθεια αυτή.

Και θεωρώ ότι και στην έρευνα έχουμε να επιδείξουμε σημαντικά βήματα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, για παράδειγμα, ότι η Tesla επέλεξε να εγκαταστήσει ένα ερευνητικό τμήμα της στην Αθήνα. Αυτό δείχνει ότι και στον τομέα αυτόν αρχίζει να δημιουργείται ένα ενδιαφέρον κομμάτι στην Ελλάδα.

Γενικότερα όλα τα ζητήματα έρευνας και καινοτομίας μας απασχολούν πάρα πολύ και αρχίζουν πια και πολλαπλασιάζονται τα θετικά δείγματα, πχ. start-ups που καινοτομούν με εντυπωσιακό τρόπο και προκαλούν το ενδιαφέρον παγκόσμιων εταιρειών.

Από τη στιγμή που επενδύουμε στις start-ups δεν θα έπρεπε η έρευνα και η καινοτομία να ανήκουν στον τομέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, ώστε να είναι συνδεδεμένες με τις επιχειρήσεις και όχι με το Υπουργείο Παιδείας, όπου τώρα είναι συνδεδεμένες με την εκπαίδευση;

Παλιά συνδέονταν, το διαχωρισμό δεν τον κάναμε εμείς, τα βρήκαμε έτσι. Θεωρώ ότι είναι ένα από τα θέματα που μετά τις εκλογές θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε.

Η κυβέρνηση αφενός προωθεί τις μεγάλες επενδύσεις και αφετέρου τις start-ups κτλ. Στις μεγάλες επενδύσεις μπορούμε να περιμένουμε κάποια μεγάλη βιομηχανική επένδυση από το εξωτερικό;

Η εικόνα μας είναι ότι υπάρχουν πολλές επενδύσεις αυτή τη στιγμή. Για παράδειγμα, έχουμε να περιμένουμε μια μεγάλη επένδυση για την παραγωγή οπτικής ίνας, που είναι κάτι εντυπωσιακό για την Ελλάδα. Επενδύσεις επίσης στον τομέα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, μεγάλες επενδύσεις στη χημική βιομηχανία, την αναβίωση ορισμένων παραδοσιακών βιομηχανιών στη χαλυβουργία όπως είναι η Hellenic Steel στη Θεσσαλονίκη. Όλα αυτά είναι βήματα θετικά.

Στον απόηχο της απόρριψης της συγχώνευσης Siemens-Alstom, η Γαλλία και η Γερμανία φαίνεται να ζητούν τροποποίηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η Ελλάδα στηρίζει τέτοιες προσπάθειες που προωθούν συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιρειών;

Θεωρώ ότι μια τέτοια αλλαγή είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Υπάρχουν ζητήματα τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως και πολλές άλλες αλλαγές όμως που αφορούν και εμάς. Δεν πρέπει αυτή η διαδικασία αναθεώρησης των πολιτικών να μείνουν μόνο στα σημεία που ενδιαφέρουν τις μεγάλες οικονομίες. Πρέπει να πάμε και σε θέματα που αφορούν τις μικρότερες οικονομίες και να υπάρξει μια ισορροπία.

Επομένως, με τον τρόπο που παίρνονται οι αποφάσεις στην Ευρώπη, πρέπει να υπάρξει συζήτηση και σύνθεση των απόψεων και των συμφερόντων. Πρέπει αυτή η διαδικασία αναθεώρησης να λάβει υπόψη και ζητήματα που αφορούν και την Ελλάδα και άλλες χώρες.

Γιατί όντως οι πολιτικές του ανταγωνισμού εξυπηρετούσαν πάρα πολύ καλά μια προηγούμενη περίοδο, εξυπηρετούσαν τη λογική της ενιαίας αγοράς, το συμφέρον των καταναλωτών. Τώρα, υπάρχει ένα μεγάλο θέμα, αυτό της βιομηχανίας, που όμως αποτελεί επίσης ένα τεράστιο ευρωπαϊκό συμφέρον, διότι αφορά την απασχόληση, την παραγωγή κτλ. Επομένως, θα πρέπει τα διάφορα αγαθά να σταθμιστούν. Απαιτείται [να βρεθεί] μια καινούρια ισορροπία σε αυτές τις πολιτικές.

Νομίζω ότι θα πρέπει να είμαστε θετικοί σε αυτό, αρκεί να μην επιβληθεί μόνο το ενδιαφέρον των μεγάλων οικονομιών.

Πιστεύει η κυβέρνηση ότι πρέπει να υπάρξουν εθνικοί και Ευρωπαίοι πρωταθλητές στην οικονομία;

Προφανώς θα πρέπει να υπάρχουν και θα πρέπει όμως οι Ευρωπαίοι πρωταθλητές να καλύπτουν όλη την Ευρώπη και όχι απλώς ένα μέρος της. Θα πρέπει να δούμε αυτή τη διάσταση πάρα πολύ έντονα.

Και νομίζω ότι σε μερικούς τομείς η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει μέρος και συνιστώσα αυτών των επιδιώξεων.

Μπορείτε να βρείτε το πρώτο μέρος της συνέντευξης εδώ.

[Επιμέλεια: Θοδωρής Καραουλάνης]

X