Η κρίση τιμών αποτελεί ευκαιρία διόρθωσης της πολιτικής για τις ενεργειακές αγορές

ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Όλες οι θέσεις σε αυτή τη στήλη αποτελούν απόψεις των συντακτών, όχι της EURACTIV.gr

H μετάβαση στην πράσινη ενέργεια δεν θα πρέπει να συνδεθεί στο μυαλό των πολιτών με συνεχείς πρόσθετες επιβαρύνσεις. [EC | Audiovisual Service]

Ενώ ο χειμώνας 2021-2022 προοιωνίζεται υψηλού ενεργειακού κόστους, με επώδυνες συνέπειες για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και την βιομηχανία, κάποιοι βρίσκουν αφορμή να κινητοποιήσουν δυνάμεις ενάντια στο Green Deal και την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης με βάση την πρόταση πολιτικής Fit-for-55.

Στην πραγματικότητα οι δυνάμεις αυτές, που προέρχονται από συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, καιροφυλακτούσαν και βρήκαν ευκαιρία στην εκρηκτική αύξηση των διεθνών τιμών φυσικού αερίου ώστε να τροφοδοτήσουν γενικότερο σκεπτικισμό για την Ευρωπαϊκή πρωτοπορία στην κλιματική πολιτική.

Η πορεία παρακμής του άνθρακα και λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή, αλλά και αναλογικά της χρήσης άλλων ορυκτών καυσίμων, έχει ήδη ξεκινήσει πριν από μία δεκαετία τουλάχιστον. Η παρακμή αυτή οφείλεται στην όχληση του τοπικού περιβάλλοντος, στην αύξηση του κόστους παραγωγής, στον μεγάλο επιχειρηματικό κίνδυνο από τη συνέχιση επενδύσεων σε ανθρακικές μονάδες και βέβαια στην αφύπνιση της κοινής γνώμης για την κλιματική κρίση. Η παρακμή τους ήταν σε εξέλιξη ήδη πριν τη μεταρρύθμιση του μηχανισμού του μηχανισμού εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα (ETS) το 2018. Οι τιμές ETS για τις εκπομπές άνθρακα που αυξήθηκαν σημαντικά από το 2018 και πέρα κατέστησαν εντελώς οικονομικά ασύμφορη τη χρήση άνθρακα και λιγνίτη. Ταυτόχρονα, μειώθηκε δραματικά το κόστος επένδυσης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), ιδίως των φωτοβολταϊκών, με αποτέλεσμα οι ΑΠΕ να γίνουν μακράν ο πιο φθηνός τρόπος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.. Η παρακμή του λιγνίτη αποτυπώνεται επίσης στον χρηματοδοτικό τομέα, ο οποίος ενσωματώνει πλέον μεγάλες επισφάλειες σε επενδύσεις ορυκτών καυσίμων καθιστώντας το κόστος κεφαλαίου απαγορευτικό.

Δεν νοείται επομένως επιστροφή του άνθρακα ή λιγνίτη, παρά όσα λένε εκείνοι που  πολεμούν την πράσινη μετάβαση. Ήταν γνωστό ότι η απογείωση των ΑΠΕ, δηλαδή του φθηνότερου μέσου ηλεκτροπαραγωγής σήμερα, θα χρειαζόταν χρόνο, ώστε να αναπτυχθούν δικτυακές υποδομές, να επιλυθούν χωροταξικά προβλήματα κλπ. Ήταν επίσης γνωστό ότι οι ΑΠΕ έχουν διακοπτόμενη λειτουργία και άρα χρειάζονται συμπληρωματική και εξισορροπητική ενέργεια. Η μόνιμη τεχνολογική λύση είναι η αποθήκευση ηλεκτρισμού και η παραγωγή υδρογόνου από τις ΑΠΕ αλλά η ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών θέλει χρόνο ώστε να ωριμάσουν βιομηχανικά και κοστολογικά.

Πράγματι, στα σενάρια πράσινης μετάβασης είχε αποτυπωθεί με σαφήνεια ότι κατά την πρώτη χρονική περίοδο θα συνέβαινε αύξηση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο . Η εξάρτηση αυτή, μέσα στην επόμενη πενταετία, θα μειωθεί σταδιακά, χάρις στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, των δικτύων και της αποθήκευσης.

Η στενή οδός του φυσικού αερίου

Ο οδικός χάρτης της πράσινης μετάβασης δεν προβλέπει υποκατάσταση των στερών καυσίμων από φυσικό αέριο, ούτε μακρόχρονη γέφυρα που θα βασίζεται στο φυσικό αέριο, όπως έχει αναφερθεί. Προβλέπει απλώς λίγα χρόνια μικρής σχετικά αύξησης της εξάρτησης από το φυσικό αέριο.

Το δυστύχημα της πολιτικής στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι παρά το ότι ήταν γνωστή η προσωρινή αύξηση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο δεν προβλέφθηκαν μέτρα μετριασμού των κινδύνων από την εξάρτηση αυτή. Τα μέτρα αυτά έπρεπε να έχουν ληφθεί προληπτικά, περιλαμβανομένων μηχανισμών αντιστάθμισης των οικονομικών κινδύνων από μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών (price hedging mechanisms) και πρόληψης κινδύνων ασφάλειας εφοδιασμού.

Πώς ήταν δυνατόν η Ευρωπαϊκή Ένωση να ξέχασε – μεταξύ άλλων -την κρίση τροφοδοσίας αερίου μέσω της Ουκρανίας; Πώς ήταν δυνατόν να πιστεύει ότι μόνο με spot (βραχυχρόνιες) αγορές αερίου στα gas hubs θα διασφάλιζε προστασία και σταθερότητα τιμών αερίου μακροχρόνια;

Πρόκειται για αποτυχία πολιτικής που δυστυχώς οφείλεται σε αδυναμία των Κρατών-μελών. Έπρεπε πράγματι να είχε προβλεφθεί ότι η έλλειψη προληπτικής προστασίας από τη διακύμανση των τιμών φυσικού αερίου θα είχε και επικίνδυνες συνέπειες για την αποδοχή της φιλόδοξης πολιτικής για την πράσινη μετάβαση, λόγω των επιπτώσεων σε ευάλωτους καταναλωτές και χώρες χαμηλού ΑΕΠ. Θα άνοιγε έτσι ο ασκός του Αιόλου όχι για περισσότερες ΑΠΕ αλλά εναντίον τους και ιδίως σε βάρος του βασικού μοχλού της πράσινης μετάβασης που είναι η τιμολόγηση των εκπομπών άνθρακα μέσω του ETS.

Πρόκειται λοιπόν για μία κακή πολιτική συγκυρία. Δεν υπάρχει ουδεμία μεταβολή του οικονομικού θεμελίου του οδικού χάρτη της πράσινης μετάβασης. Αντίθετα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ, των δικτύων και της αποθήκευσης είναι ο πιο αποτελεσματικός οικονομικά και τεχνικά τρόπος προστασίας από τις τιμές φυσικού αερίου και την εξάρτηση.

Η εργαλειοθήκη της Ε.Ε είναι στη σωστή κατεύθυνση

Η εργαλειοθήκη που προτάθηκε προ ημερών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι βέβαια προς τη σωστή κατεύθυνση γιατί επιτρέπει τη χρήση των εσόδων από το ETS για την ανακούφιση καταναλωτών χαμηλού εισοδήματος και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σωστά η εργαλειοθήκη επιμένει στη συνέχιση της πολιτικής Fit-for-55 και επισημαίνει ότι πρέπει να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα του ETS, αλλά, έστω και καθυστερημένα, δεν τολμά να εισάγει μηχανισμούς προστασίας από τις διακυμάνσεις των τιμών (όπως το Price Hedging Fund που προτάθηκε) και άλλα μέτρα ενίσχυσης της ασφάλειας εφοδιασμού.

Είναι γνωστό ότι ήδη από ετών, αλλά και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, οι τιμές του φυσικού αερίου είναι αυτές που καθορίζουν τις οριακές τιμές ισορροπίας των χρηματιστηρίων ηλεκτρικής ενέργειας και τις οριακές τιμές της αγοράς εξισορρόπησης. Πρόκειται για βραχυχρόνιες αγορές με τζίρο χρηματιστηριακών συναλλαγών μόλις 10-25% των συνολικών δαπανών κατά μέσο όρο στην ΕΕ για αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από τους καταναλωτές. Είναι οικονομικά αποτελεσματικό οι χρηματιστηριακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας να καθορίζονται από το οριακό κόστος της επιπλέον μονάδας ενέργειας σε βραχυχρόνια βάση, γιατί έτσι αντικατοπτρίζεται με ακρίβεια το κόστος σπανιότητας της ενέργειας.

Όμως το πραγματικό κόστος του καταναλωτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαρτάται από τη βραχυχρόνια διακύμανση των χρηματιστηριακών τιμών αλλά μόνο από το μέσο συνολικό κόστος της ενέργειας σε μακροχρόνιο ορίζοντα, ώστε να διασφαλίζεται αφενός σταθερότητα τιμών στον καταναλωτή, αφετέρου μακροχρόνια σταθερότητα εσόδων για τις επενδύσεις ηλεκτροπαραγωγής. Τα τιμολόγια πώλησης στους πελάτες είναι στην ουσία προθεσμιακές συμβάσεις οικονομικών διαφορών που προστατεύουν από τις χρηματιστηριακές διακυμάνσεις των τιμών και αντανακλούν το πραγματικό μέσο κόστος της ενέργειας, και όχι τα ευκαιριακά και αναπάντεχα κέρδη ή ζημίες στα ενεργειακά χρηματιστήρια. Μία τέτοια λογική διαμόρφωσης των τιμολογίων πώλησης ενέργειας σε πελάτες θα μετρίαζε σημαντικά την παροδική αύξηση των χρηματιστηριακών τιμών, όπως συμβαίνει τώρα, αλλά και δεν θα μείωνε τις τιμές καταναλωτή όσο τις απίστευτα χαμηλές χρηματιστηριακές τιμές που παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια λόγω των αφύσικα χαμηλών τιμών του φυσικού αερίου.

Δηλαδή ο υγιής ανταγωνισμός στο πλαίσιο της λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τιμολογώντας προθεσμιακά στο πλήρες μέσο κόστος, παρέχει σταθερότητα και προστασία έναντι των βραχυχρόνιων διακυμάνσεων των χρηματιστηριακών τιμών. Όμως και σε αυτό έχουμε έλλειμμα πολιτικής και πληροφόρησης. Παραπλανητικά αναφέρονται μόνο οι χρηματιστηριακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ως απευθείας επιβάρυνση των καταναλωτών, χωρίς να υπάρχει έγκαιρη και υπεύθυνη πληροφόρηση για τις τιμές λιανικής, για τις οποίες το στατιστικό σύστημα έχει περιορισμένη και καθυστερημένη πληροφορία.

Ελειμμα πολιτικής για τις ΑΠΕ

Υπήρξε μέχρι σήμερα υπερβολική αύξηση της σημασίας των χρηματιστηριακών αγορών, και όχι της λιανικής και προθεσμιακής αγοράς, γιατί αυτό βόλευε την Επιτροπή και τις Ρυθμιστικές αρχές ως ένας απλός τρόπος ενοποίησης των αγορών της Ευρώπης (market coupling, bidding zones, κλπ.), αλλά και γιατί ήταν οικονομικά συμφέρον αφού οι οριακές τιμές των χρηματιστηρίων ήταν συστηματικά χαμηλότερες από τις τιμές των προθεσμιακών διμερών συμβάσεων, που όπως έπρεπε ήταν πιο κοντά στο μέσος κόστος της ενέργειας. Όμως, αυτή η έμφαση στα χρηματιστήρια ενέργειας ήταν κοντόφθαλμη, και αφού οι οριακές τιμές έγιναν λόγω φυσικού αερίου μεγαλύτερες από το μέσο κόστος της ενέργειας διαδραματίζουν ένα επικίνδυνο ρόλο σε βάρος των τιμών καταναλωτή.

Αλλά και επενδυτές ΑΠΕ οφείλουν να μην παρασυρθούν από τα εύκολα και αναπάντεχα κέρδη που μπορούν ευκαιριακά να προσκομίσουν από τις χρηματιστηριακές αγορές. Όταν οι οριακές τιμές ήταν χαμηλές, οι ΑΠΕ αποζητούσαν το καταφύγιο των κρατικών ενισχύσεων που εξασφάλιζαν εγγυημένα έσοδα στους επενδυτές, ώστε να αντλήσουν φθηνό δανεισμό. Τώρα που οι οριακές τιμές των χρηματιστηρίων αποδίδουν ουρανοκατέβατα κέρδη (windfall profits), οι επενδυτές ΑΠΕ αποκηρύσσουν τα διμερή συμβόλαια και προτιμούν τα χρηματιστήρια. Αλλά και αυτό είναι σε βάρος της διαμόρφωσης σταθερών τιμών μέσου κόστους για τους καταναλωτές, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό δεν απολαμβάνουν τη θετική ωφέλεια για το κόστος της ενέργειας που επιφέρουν οι ΑΠΕ και γενικότερα η πράσινη μετάβαση.

Θεσμικές και ίσως και φορολογικές παρεμβάσεις πρέπει να ωθήσουν τις ΑΠΕ, αλλά και την αποθήκευση, να προτιμήσουν τα προθεσμιακά διμερή συμβόλαια (τα RES-PPA) που μπορούν να εξασφαλίζουν φθηνό κεφάλαιο για τις επενδύσεις και φθηνό κόστος υπέρ των καταναλωτών.

Η αναπάντεχη και βαθιά κρίση τιμών ενέργειας ανέδειξε έλλειμμα πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έλλειψη οικονομικών μηχανισμών μόνιμης προστασίας των καταναλωτών. Σε ουδεμία όμως περίπτωση η κρίση τιμών δεν θέτει σε αμφισβήτηση την πορεία της πράσινης μετάβασηςΌμως, η κρίση πρέπει να γίνει μάθημα για την υπέρβαση της αποτυχίας των αγορών και της πολιτικής (market and policy failure) που βιώνουμε. Μόνον έτσι θα διασφαλισθεί και η πολιτική σταθερότητα της Ένωσης.

*Ο κ. Παντελής Κάπρος είναι καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ΕΜΠ